• Kostas Kogiopoulos

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΟΜΗΣ ΤΟΥ ΦΙΛΙΚΟΥ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΞΑΝΘΟΥ

Updated: Jan 25

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 1930 ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΟΣΑ ΠΡΟΗΓΗΘΗΚΑΝ ΤΟ 1929 ΣΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Αχιλλέας Γ. Κουτσουράδης

Ομότιμος καθηγητής πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης


Ο συμπατριώτης μας κ. Φίλιππος Καλούδης, φρόντισε ευγενώς να μου γνωστοποιήσει το φύλλο της 2 Νοέμβριου 2020 της ηλεκτρονικά εκδιδόμενης εφημερίδας ΤΑ ΑΘΗΝΑΙΚΑ, ,στο οποίο δημοσιεύτηκε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον , ως κύριο άρθρο μάλιστα ,που υπογράφει ο αναπληρωτής δήμαρχος Αθηναίων κ. Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς και τιτλοφορείται : «Όταν στηνόταν η προτομή του Εμμανουήλ Ξάνθου-Χριστουγεννιάτικα επεισόδια στο Κολωνάκι» Ο κ. Καλούδης γνωρίζει πολύ καλά, ότι σε παροικιακό επίπεδο στην Αθήνα, γνωρίζοντας, φυσικά όσα εκθέτει ο κ. Σκιαδάς, αλλά και όσα έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί όπως π.χ στο Δωδεκανησιακό Αρχείο, πρότεινα επανειλημμένα αλλά δυστυχώς «σε Ωτα μη ακουόντων», όπως η ετήσια κατάθεση στεφάνου στις 7 Μαρτίου, επέτειο της ενσωμάτωσης της Δωδεκανήσου ,εκ μέρους των δωδεκανησιακών-τοπικών σωματείων της Αθήνας και του Πειραιά να γίνεται όχι στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη ,στη πλατεία Συντάγματος ,αλλά στη φορτωμένη με ιστορικές μνήμες, προτομή του Πάτμιου Φιλικού, Εμμανουήλ Ξάνθου, που βρίσκεται ξεχασμένη ανάμεσα σε άγρια φυτά και δένδρα (τουλάχιστον) στη Πλατεία Φιλικής Εταιρίας, γνωστότερης ως Πλατείας Κολωνακίου. Η δικαιολογία της πρότασης μου για την μετάθεση του τόπου κατάθεσης του ετήσιου στεφάνου τιμής και μνήμης, αποκαλύπτεται άριστα ,από το εξαιρετικά ενδιαφέρον ρεπορτάζ του κ. Σκιαδά, που κάνει ευρύτερα γνωστά, κάποια γεγονότα του Μεσοπολέμου ,που έχουν ως αφετηρία το φλέγον τότε Δωδεκανησιακό Ζήτημα, ειδικά μετά την στροφή στην αντιμετώπιση του, που αποφάσισε η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου, πιεζόμενη από τις γεωπολιτικές συνθήκες της εποχής.





Τα Συμβάντα: Στις 21 Δεκεμβρίου του 1930 έγιναν με επισημότητα τα αποκαλυπτήρια της προτομής του Δωδεκανήσιου Φιλικού Εμμανουήλ Ξάνθου στη πλατεία Κολωνακίου. Το μνημείο χρηματοδοτήθηκε από Συλλόγους Δωδεκανησίων της Ελλάδας και κυρίως της Αιγύπτου αλλά και από τον πασίγνωστο αγωνιστή-ακτιβιστή, καταγόμενο από την Κάλυμνο, γιατρό Σκεύο Ζερβό. Η τελετή έλαβε χώρα με την παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, του Δημάρχου Αθηναίων, εκπροσώπου του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Προέδρου της Γερουσίας ,ενώ ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι ομιλίες του Κωστή Παλαμά που εκπροσώπησε την Ακαδημία Αθηνών και του εκπροσώπου των Δωδεκανησίων της Αιγύπτου. Η μαρμάρινη προτομή φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Θωμά Θωμόπουλο, ενώ στις τέσσερις πλευρές του βάθρου της είχαν χαραχθεί τα ονόματα των δώδεκα νησιών ,που τελούσαν τότε υπό ιταλική κυριαρχία και μάλιστα dejure. Κατά τα αποκαλυπτήρια διαπιστώθηκε όμως από τους παριστάμενους στην τελετή ότι είχαν απαλειφθεί το προηγούμενο βράδυ τα ονόματα νησιών, με επέμβαση της ιταλικής κυβέρνησης, μέσω του τότε πρέσβεως Μπαστιανίνι όπως διαδόθηκε. Και ναι μεν ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Ανδρέας Μιχαλακόπουλος ,διέψευσε πως ο πρέσβης της Ιταλίας ζήτησε την εξάλειψη των ονομάτων από το μνημείο του Ξάνθου,όμως δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι εκ μέρους της κυβέρνησης υποδείχθηκε προηγουμένως στους οργανωτές της εκδήλωσης (που τελικά δεν συμμορφώθηκαν) να μην προσκαλέσουν στην τελετή τα δωδεκανησιακά σωματεία της Αττικής που θα μπορούσαν ενδεχομένως να προκαλέσουν επεισόδια, γεγονός που θα έβλαπτε τις σχέσεις της Ελλάδας με την Ιταλία. Τα σωματεία όμως κλήθηκαν, παρευρέθηκαν και κατέθεσαν μάλιστα και τα στεφάνια τους, δείχνοντας εμφανώς την ενόχλησή τους. Στις 27 Δεκεμβρίου με πρωτοβουλία του Σκεύου Ζερβού και την αρωγή του Δήμου Αθηναίων ο ίδιος γλύπτης Θ. Θωμόπουλος οδηγήθηκε στην πλατεία για να σκαλίσει εκ νέου τα ονόματα των νησιών στις πλευρές του βάθρου. Τότε όμως παρενέβη η Αστυνομία, η οποία εκτελώντας «άνωθεν εντολές» μετά από ένα «κλεφτοπόλεμο διαρκείας» μεταξύ αστυνομικών οργάνων και του Σκεύου Ζερβού, επέβαλε τελικά την αποχή από κάθε ενέργεια στο μνημείο του Δωδεκανήσιου Φιλικού. Όπως ήταν φυσικό προκλήθηκαν οξύτατες αντιδράσεις, ιδίως στον Τύπο, που στράφηκαν κατά την κυβερνητικής Πολιτικής της εποχής , ενόψει ειδικά της προγραμματιζόμενης (δεύτερης)επίσκεψης του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, το πρώτο δεκαήμερο του νέου έτους,1931, στη Ρώμη.



Αυτά που συνέβησαν στη Αθήνα στα τέλη του 1930 είχαν όμως «προαναγγελθεί» κατά κάποιο τρόπο, στη Θεσσαλονίκη την προηγούμενη Χρονιά,(1929).Τα άγνωστα σε πολλούς γεγονότα ,που κατεγράφησαν στον Τύπο ως «Το επεισόδιο των Δωδεκανησίων», έχουν εν πάση συντομία ,ως εξής:

Κατά την καθιερωμένη δοξολογία για την εθνική εορτή τη 25ης Μαρτίου ,στην ιστορική –βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας, παρέστει και αντιπροσωπία του Σωματείου των Δωδεκανησίων της Θεσσαλονίκης «Ενωσις Αλυτρώτων Δωδεκανησίων», που είχε ιδρυθεί το 1927,με το λάβαρο της που έφερε την επιγραφή : «Ελευθερία εν τη Ενώση» ή κατ’ άλλους «Ενωσις ή Θάνατος». Ο προσκληθείς στη τελετή Ιταλός γενικός πρόξενος Μακότα, μόλις αντιλήφθηκε το λάβαρο και τους Δωδεκανησίους εκπροσώπους,δίπλα στο λάβαρο των αναπήρων πολέμου, ζήτησε από τον επίσης παριστάμενο στη τελετή εκπρόσωπο της γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας. Λεκκό, να απομακρυνθεί το λάβαρο και η αντιπροσωπία των Δωδεκανησίων, ως θίγουσα το ιταλικό γόητρο και απείλησε μάλιστα, ότι σε εναντία περίπτωση θα αποχωρούσε από την τελετή, δημιουργώντας διπλωματικό επεισόδιο. Ο εκπρόσωπος της Διοίκησης διέταξε τότε τον παριστάμενο επίσης στη τελετή αξιωματικό της Χωροφυλακής να μεριμνήσει για την απομάκρυνση(τουλάχιστον) του λαβάρου από την εκκλησία ,πλην όμως αυτός αρνήθηκε να εκτελέσει την εντολή. Τότε ο Λεκκός αποτάθηκε στον υπομοίραρχο Ξανθόπουλο από τον οποίο ζήτησε να απομακρυνθεί το λάβαρo. Μάλιστα δε ο ίδιος προσπάθησε να πείσει τους Δωδεκανήσιους να αποχωρήσουν, τονίζοντάς τους ,ότι έτσι θα αποφευχθούν λυπηρές διπλωματικές προστριβές με φίλο κράτος. Όπως αναφέρεται στον τοπικό Τύπο της εποχής (ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, φύλλο της 25 Μαρτίου 1929 με τίτλο: Το επεισόδιο της Αγίας Σοφίας-Βάναυσος αξιωσις του ιταλού προξένου-Οι Δωδεκανήσιοι διεμαρτυρήθησαν εντόνως): «…Οι Δωδεκανήσιοι εις το άκουσμα της συστάσεως ταύτης, ήρχησαν διαμαρτυρόμενοι εντόνως, αντέταξαν δε απόλυτον άρνησιν, να απομακρυνθούν του περιβόλου. Κατόπιν τούτου δύναμις χωροφυλάκων απεμάκρυνε βία το λάβαρον και το συμβούλιον των Δωδεκανησίων, το οποίον ημύνετο κρατερώς. Κατά την επακολουθήσασα πάλην, κατεξεσχίθη το λάβαρον.», ενώ στη αθηναϊκή εφημερίδα ΣΚΡΙΠ (φύλλο της25 Μαρτίου 1929 2η έκδοση) συμπληρώνεται το σκηνικό: «Το πλήθος συμμεριζόμενον τον πατριωτικόν πόνον των Δωδεκανησίων εξεδήλωσεν την ζωηράν αυτού αποδοκιμασίαν κατά της αντιπατριωτικής αυτής πράξεως». Το Δ.Σ του Σωματείου δημοσίευσε στη συνέχεια ψήφισμα στις εφημερίδες, με το οποίο κατήγγειλε την ενέργεια των αστυνομικών οργάνων και κήρυξε την Ένωση αλυτρώτων Δωδεκανησίων «εν Διωγμώ»,ενώ η συνέχεια των γεγονότων πέραν των αρνητικών σχολίων σε συμπολιτευόμενες και αντιπολιτευόμενες εφημερίδες της Θεσσαλονίκης και των Αθηνών, τις ανοικτές επιστολές προς τον Ιταλό πρόξενο κ.α, δόθηκε στη Βουλή, όπου στη συνεδρίαση της 27 Μαρτίου, προ ημερησίας διατάξεως , μετά από επερώτηση προς τον υπουργό Εξωτερικών των βουλευτών Σακελλαρίου και Νικολίτσα συζητήθηκε το συμβάν της Θεσσαλονίκης κατά το οποίο οι αστυνομικές δυνάμεις «φερθήκαν ασεβώς κατά των Δωδεκανησίων». Τον λόγο έλαβαν ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, και εκ μέρους της Αντιπολιτεύσεως, ο Παναγής Τσαλδάρης και ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Το θέμα έληξε εκεί, αφού τονίστηκε από όλους, σε ήπιους τόνους, ότι την εξωτερική Πολιτική ασκεί η εκλεγμένη κυβέρνηση και ότι θα έπρεπε σε κάθε περίπτωση διερευνηθεί ,αν ασκήθηκε υπέρμετρη αστυνομική βία.


Ας μου επιτραπεί, ως κατακλείδα, ένα μικρό σχόλιο

Η αλλαγή πορείας στο Δωδεκανησιακό Ζήτημα, έγινε επίσημα γνωστή στο Πανελλήνιο, κατά την διάρκεια της πρώτης επίσημης επίσκεψης του Ελευθερίου Βενιζέλου στη Ρώμη τον Σεπτέμβριο του 1928, στο περιθώριο της υπογραφής του ελληνο-ιταλικου Συμφώνου Φιλίας, Συνδιαλλαγής και Διαιτησίας, χάρις στον εκ Κω/Αντιμάχεια καταγόμενο ,δημοσιογράφο τότε Γιάννη Γκίκα,που έθεσε σχετικό επίκαιρο ερώτημα στον Έλληνα πρωθυπουργό, αν δηλαδή τέθηκε από ελληνικής πλευράς το θέμα των καταπιεζόμενων Δωδεκανησίων στον Μουσολίνι. Η απάντηση του πρωθυπουργού (“Δωδεκανησιακό Ζήτημα δεν υφίσταται μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, όπως δεν υφίσταται και το Κυπριακόν, μεταξύ Ελλάδος και Μεγάλης Βρετανίας. Όπως η Κύπρος δεν ημπόδισεν, επί ήμισυ ήδη αιώνα, αφότου κατέχεται υπό της Μεγάλης Βρετανίας, τας αρίστας προς την τελευταίαν ταύτην σχέσεις της Ελλάδος, δεν δύναται και δεν πρέπει και η Δωδεκάνησος να εμποδίση την ανάπτυξιν και εμπέδωσιν σχέσεων φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας’”) και τα επακολουθήσαντα γεγονότα και αντιδράσεις στην Ελλάδα, την Αίγυπτο και αλλού, όπου υπήρχε δωδεκανησιακή παροικία, είναι γνωστά και παρέλκει αναφορά τους.

Οι Δωδεκανήσιοι έβλεπαν στη νέα κατεύθυνση της ελληνικής κυβέρνησης, όπως αυτή αποτυπώθηκε στη παραπάνω πρωθυπουργική δήλωση, τον ενταφιασμό των ελπίδων τους για Ένωση και συνέχιση της καταπιεστικής ιταλικής Πολιτικής, με τις ευλογίες ,η τουλάχιστον την ανοχή πλέον της Ελλάδας, ενώ η εθνική γραμμή όπως αυτή εκφράζονταν πλέον από τον εκάστοτε γενικό πρόξενο μας στη Ρόδο σε όλη την Δεκαετία του 1930,ακόμη δηλαδή και μετά την πτώση του Βενιζέλου, συνίστατο απλά στην αποθάρρυνση της μετακίνησης των Δωδεκανησίων προς την Ελλάδα και στη αποφυγή πρόκλησης εντάσεων των εντοπίων με τις ιταλικές-φασιστικές Αρχές., ώστε να μην προσφέρεται δικαιολογία για επιβολή αντιποίνων ή νέων μέτρων «ίνα μη το κακόν χείριστον γένηται».

Το ερώτημα, που τίθεται είναι, ποιος είχε τελικά δίκαιο , μετά και τα εξιστορηθέντα παραπάνω γεγονότα σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ή οι οικτρά απαγοητευθέντες Δωδεκανήσιοι, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονταν ο προκαλέσας την δημόσια τοποθέτηση του έλληνα πρωθυπουργού, Γιάννης Γκίκας και ο δραστήριος Σκεύος Ζερβός, που αντιδρούσαν, όπως και όποτε μπορούσαν για να αποτρέψουν τουλάχιστον τον Αφελληνισμό των νησιών, ? Ο Ελευθέριος Βενιζέλος από την πλευρά του, ασκούσε πάντα εξωτερική Πολιτική, πέραν από συναισθηματισμούς ,μικροπολιτικές σκοπιμότητες ,τοπικιστικές αντιλήψεις ή άλλα υποδεέστερα πολιτικά συμφέροντα. Στο πλαίσιο αυτό, δεν δίστασε ποτέ, ήδη από την κάθοδο τους στη Πολιτική να συγκρουσθεί ακόμη και με τους συμπατριώτες-συναγωνιστές του Κρητικούς. Η δήλωση του Βενιζέλου στον δημοσιογράφο τότε Γιάννη Γκίκα, για το θέμα των Δωδεκανήσων ήλθε ,κατά κάποιο τρόπο ως ανταπόδοση στη πρόταση του Ιταλού Δικτάτορα, να δώσει οικειοθελώς και χωρίς αντιστάθμισμα έγγραφη εγγύηση της Ιταλίας για την ακεραιότητα της Θεσσαλονίκης έναντι της Γιουγκοσλαβίας. Η «θυσία» των Δωδεκανήσων ήταν, μετά την μικρασιατική καταστροφή ,πολιτικά αναγκαία τότε εν όψει της απομόνωσης και στρατηγικής περικύκλωσης της Ελλάδας πια στο σύνολό της, από όλους του βόρειους γείτονες της (ιδίως δε την Βουλγαρία και κυρίως την Γιουγκοσλαβία), αλλά και από την Ιταλία από Δυσμάς(Αδριατική), Νότο (μέσω Λιβύης) και Ανατολάς (Δωδεκάνησα). Μόνο η Τουρκία, τότε, δεν συνιστούσε άμεση-πραγματική απειλή για τα εθνικά συμφέροντα, αλλά και εδώ η μάλλον ευμενής στάση της είχε αντίτιμο στις οικονομικές σχέσεις των δυο χωρών και στη θέση της Μειονότητας στη Κωνσταντινούπολη, την Ίμβρο και Τένεδο !

Τα μετέπειτα Γεγονότα δικαίωσαν τον Έλληνα πρωθυπουργό ,όταν ρωτήθηκε από τον δήμαρχο της Κάσου, κατά την φυγή του από την Αθήνα ,μετά την αποτυχία του κινήματος του 1935 και ενώ βρίσκονταν καθ' οδό, προς Ρόδο και στη συνέχεια προς την Ιταλία-Γαλλία, αν έβλεπε στο Μέλλον Ένωση των νησιών με την Ελλάδα. Ο Βενιζέλος ,όπως αναφέρεται στο ενδιαφέρον από πολλές πλευρές βιβλίο της δημοσιογράφου κ. Σοφίας Παπαϊωάννου σε συνεργασία με την κ. Σοφία Μαστοράκου, Κρυμμένο στο Αιγαίο, έκανε τότε μια σωστή πρόβλεψη με ορίζοντα Δεκαετίας ,τονίζοντας στον αγωνιούντα συνομιλητή του, πως μόνο αν συγκρουσθεί η Ιταλία με την Αγγλία, θα μπορούσαν να ελπίζουν οι Δωδεκανήσιοι σε εκπλήρωση των εθνικών πόθων τους. Τα γεγονότα τον δικαίωσαν post mortem!





129 views0 comments