• Kostas Kogiopoulos

Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ GIUSEPPE GEROLA

Updated: Nov 20, 2021




Ο Giuseppe Gerola, (1877-1938) ήταν αρχαιολόγος (μεσαιωνολόγος), ιστορι­κός τέχνης και συντηρητής μνημείων, γνωστός για την ενασχόλησή του με την αποκατάσταση μνημείων, τις μελέτες του πάνω στην Ενετική Κρήτη και την έρευνά του πάνω σε πολιτιστικά και καλλιτεχνικά θέματα που σχετίζονταν με το μεσαιωνικό Trento.

Κατά τη διάρκεια των ετών 1894-95, φοίτησε στο Τμήμα Τεχνών της Padova και μετά στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών στη Φλωρεντία από όπου αποφοίτησε το 1898. Μεταξύ των καθηγητών του ήταν και ο παλαιογράφος Cesare Paoli και ο μεσαιωνολόγος Paul Scheffer-Boichorst, του οποίου τις διαλέξεις παρακολού­θησε κατά τη διάρκεια μιας σύντομης παραμονής του στο Βερολίνο το 1898-99. Πέρασε ένα σύντομο χρονικό διάστημα στο Φράιμπουργκ, όπου γνώρισε τον ιστορικό του Μεσαίωνα Heinrich Finke και ανέπτυξε ενδιαφέρον για την ιστο­ρία της τέχνης και την αρχιτεκτονική.

Το 1899, με την προτροπή του θείου του αρχαιολόγου-καθηγητή Federico Halbherr, ανατέθηκε στον Gerola από το Ινστιτούτο Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών της Βενετίας να πραγματοποιήσει μια μελέτη στην Κρήτη με σκοπό να αναζητήσει ίχνη της ενετικής κατοχής στο νησί, η οποία διήρκεσε από το 1204 έως το 1669. Κατά τη διάρκεια των δυόμισι ετών (αρχές 1900-Ιούλιος 1902) που παρέμεινε στην Κρήτη, ο Gerola συνέλεξε ένα μεγάλο όγκο υλικού, το οποίο επιμελήθηκε σε μια περίοδο σχεδόν τριάντα ετών (από το 1905 έως το 1932). Το αποτέλεσμα αυτής της εργασίας δημοσιεύτηκε σε τέσσερις τόμους, οι οποίοι του εξασφάλισαν το βραβείο Mussolini που του απονεμήθηκε το 1933 από τη Βασιλική Ακαδημία της Ιταλίας. Αυτοί οι τόμοι αποτελούν μια ανεκτίμητη πηγή πληροφοριών, που έσωσε από τη λήθη εκατοντάδες μνη­μεία, τα οποία σήμερα έχουν υποστεί σοβαρές φθορές ή έχουν καταστραφεί ολοσχερώς.



Μετά την επιστροφή του στην Ιταλία από την Κρήτη, ο Gerola ανέλαβε τη θέση του διευθυντή στο Μουσείο Bassano del Grappa (1903-1906) και έπειτα στο Μουσείο της Verona (1907-1910). Το 1909, έγινε επόπτης των μνημείων της Romagna, που βρίσκονται στη Ravenna· θέση την οποία διατήρησε μέχρι το 1920. Το Μάρτιο του 1920, έγινε διευθυντής στο τοπικό γραφείο των Μνημείων, Καλών Τεχνών και Αρχαιοτήτων στο Trento.

Το 1912 με πρόταση του Federico Halbherr, που ήταν και σύμβουλος του Ιταλικού Υπουργείο Εξωτερικών, ο Gerola επιλέχθηκε τελικά να μεταβεί στα Δωδεκάνησα, σχεδόν πριν τελειώσει η κατάληψή τους από τα ιταλικά στρατεύματα, για να καταγράψει τα μεσαιωνικά μνημεία των νησιών.


Η βεβιασμένη αποστολή του Gerola δεν ήταν μόνο επιστημονική, αλλά είχε και άλλους σκοπούς, κυρίως την απόδειξη της διαχρονικής λατινικής παρουσίας στα νησιά, ώστε να έχουν οι νέοι κατακτητές επιστημονικό λόγο και δικαιώματα που θα νομιμοποιούσε την παρουσία τους.

Ο Gerola, που είχε την αμέριστη συμπαράσταση του ιταλικού Στρατού, ξεκίνησε στις 20 Μαΐου 1912 από το Μπρίντιζι, όπου και επέστρεψε την 11η Αυγούστου 1912. Επισκέφθηκε όλα τα νησιά, εκτός από τους Λει­ψούς. Ειδικότερα, στα κυριότερα χωριά της Ρόδου βρέθηκε από τις 3 ως τις 15 Ιουνίου, στην Πάτμο πήγε από τις 18 έως τις 19 Ιουνίου, στη Λέρο στις 20 και 21 Ιουνίου, στην Κάλυμνο στις 22 και 23 Ιουνίου, στην Κω από 24 έως 30 Ιουνίου, στη Σύμη την 1η Ιουλίου, στην Αστυπάλαια την 5η Ιουλίου, στην Κάσο την 8η Ιουλίου, στην Κάρπαθο από τις 9 έως τις 17 Ιουλίου, στη Νίσυρο στις 26 με 29 Ιουλίου, στην Τήλο την 30ή και 31η Ιουλίου, στη Χάλκη και την Αλιμνιά στις 1 και 2 Αυγούστου.

Στην επιτόπια έρευνά του, ο Gerola, πρωτοπόρος στην εποχή του, χρησιμοποίησε σύγχρονα ερευνητικά μέσα. Συνέλεγε δεδομένα, έκανε σκίτσα και έβγαλε πολλές φωτογραφίες· μέθοδοι που δεν χρησιμοποιήθηκαν γενικά μέχρι τη δεκαετία του 1930. Στην Κω έβγαλε αρκετές φωτογραφίες όλων των μεσαιωνικών μνημείων στην πόλη και τα χωριά. Απ’ αυτές που δημοσίευσε φαίνονται καθαρά πως ήταν τα μνημεία επί Οθωμανοκρατίας, κάποια δεν υπάρχουν πια, όπως η νότια πύλη του οχυρωματικού περιβόλου της Χώρας.

Στη διάρκεια της άσκησης των ποικίλων θεσμικών καθηκόντων του (διευθυντής μουσείων, έφορος αρχαιοτήτων κ.ά.), κατάφερε να συνδυάσει τα προσωπικά του επιστημονικά ενδιαφέροντα με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, την αναστήλωση μνημείων σε Ελλάδα και Ιταλία και τη συντήρηση αρχαιοτήτων, όπως τα περίφημα ψηφιδωτά των μνημείων της Ravenna. Τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε εμφανίζουν μεγάλη ποικιλία και περιλαμβάνουν έρευνες τοπωνυμικές, μεσαιωνικής ιστορίας, ιστορίας της τέχνης, αρχαιολογίας, εικονογραφίας, αρχειονομίας, επιγραφικής, παλαιογραφίας, νομισματικής, εραλδικής και σφραγιδογλυφίας.

Ίδρυσε περιοδικά, θεωρώντας ως πρωταρχικό καθήκον ενός ερευνητή τη διάδοση του περιεχομένου των μελετών του. Τα ποικίλα ενδιαφέροντά του αντανακλώνται σε μια πραγματικά ογκώδη βιβλιογραφική παραγωγή, που συνοδευόταν πάντοτε από αξιοσημείωτο αριθμό φωτογραφιών, που χρησιμοποιούνταν ως πολύτιμα εργαλεία τεκμηρίωσης. Άφησε πίσω του ένα τεράστιο έργο. Πέθανε στις 21 Σεπτεμβρίου 1938 στο Trento.



[1] Ciacci L., Rodi Italiana 1912-1923. Come si iventa una città, Venezia 1991, σ. 51. [2]https://www.archaiologia.gr/blog/2012/03/13/%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CE%B1%CE%AF/ Ανακτήθηκε στις 10/10/2021

2 views0 comments