• Kostas Kogiopoulos

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΙΟΥ ΣΤΗΝ ΚΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΩΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ


Άγαλμα γυναίκας που τονίζει ιδιαίτερα το ένδυμά της. Βρέθηκε στην «Οικία της αρπαγής της Ευρώπης». Σήμερα βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κω (φωτ. Κ. Κογιόπουλου).



Με τη μονογραφία αυτή θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε την ιστορία της παραγωγής και της εμπορίας του μεταξιού της Κω από τα αρχαία χρόνια ως τις μέρες μας. Πρώτα όμως θα αναφερθούμε στην ιστορία της ανακάλυψης της πολύτιμης αυτής πρώτης ύλης που έγινε στην Κίνα πριν από 4.500 χρόνια περίπου.

Η ιστορία του μεταξιού σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες ξεκινά από το 2.690 π.Χ. στο αυτοκρατορικό παλάτι της Κίνας. Όπως αναφέρουν τα αρχαία κείμενα η αυτοκράτειρα Σι-Λιγκ-Σι ανακάλυψε τυχαία την πρώτη μεταξωτή κλωστή όταν ένα κουκούλι έπεσε μέσα στο βραστό νερό του τσαγιού της, και εκείνη προσπαθώντας να το βγάλει, τράβηξε μια εξαιρετικά λεπτή και πολύ ανθεκτική κλωστή. Αυτή ήταν η πρώτη μεταξωτή ίνα.

Ο Κομφούκιος στα «Χρονικά των τεσσάρων πρώτων δυναστειών» αναφέρει πως η Σι-Λιγκ-Σι άρχισε συστηματική εκτροφή μεταξοσκώληκα μέσα στο παλάτι και οι κυρίες των τιμών την βοηθούσαν στο έργο της. Στηθήκαν αργαλειοί και άρχισε η παραγωγή μεταξωτών υφασμάτων. Για πάρα πολλά χρόνια τα προϊόντα της νέας αυτής βιομηχανίας παρέμεναν αποκλειστικό προνόμιο της αυλής. Τα πολύτιμα μεταξωτά υφάσματα τα φορούσαν ο αυτοκράτορας, οι συγγενείς του, και οι ανώτατοι αξιωματούχοι της Κίνας.

Η διάδοση της σηροτροφίας απαγορευόταν με πολύ αυστηρούς νόμους, ενώ η εξαγωγή των σπόρων του μεταξοσκώληκα τιμωρούνταν με θάνατο. Αργότερα η μεταξοκαλλιέργεια διαδόθηκε σε όλη την Κίνα και επιτρεπόταν μόνο η εξαγωγή κατεργασμένων μεταξωτών νημάτων και υφασμάτων. Πρώτοι πελάτες αυτής της πλουτοπαραγωγικής βιομηχανίας ήταν η Ιαπωνία, οι Ινδίες και η Περσία, γειτονικές χώρες της Κίνας και έτσι άρχισε το εμπόριο προς τη Δύση.

Η αποκλειστική εκμετάλλευση του χρυσοφόρου αυτού προϊόντος από την Κίνα σταμάτησε, όταν ο βασιλιάς του Khotan, ενός μικρού κρατιδίου του Θιβέτ, παντρεύτηκε μια πριγκίπισσα του αυτοκρατορικού οίκου της Κίνας. Αυτή έκρυψε σπόρους μουριάς και αυγά μεταξοσκώληκα μέσα στα πλούσια μαλλιά της και κατάφερε να αποφύγει τον αυστηρό έλεγχο που γινόταν στα σύνορα της χώρας. Έτσι το μυστικό της καλλιέργειας του μεταξιού που για είκοσι αιώνες προστατεύτηκε με σκληρούς νόμους, μεταφέρθηκε σε μια ξένη χώρα. Από το Khotan η σηροτροφία πέρασε τα σύνορα προς την Περσία όπου άρχισε εντατική καλλιέργεια μουριάς για να καλύπτονται η ανάγκες της εκτροφής.

Οι Έλληνες άποικοι της Μ.Ασίας από το 600 π.Χ. γνώριζαν την ύπαρξη του μεταξιού και των μεταξωτών υφασμάτων αλλά νόμιζαν ότι προέρχονταν από φυτικές ίνες.

Τα χρόνια κείνα περίπου, πρέπει να άρχισε και η καλλιέργεια του μεταξιού στην Κω. Υπήρχε ένα είδος μεταξοσκώληκα διαφορετικός από αυτόν που γνωρίζουμε ο οποίος κατανάλωνε φύλλα από θάμνους του βουνού.

Ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που αναφέρει σχετικά με την παραγωγή μεταξιού στην Κω από τον 4ο π.Χ. αιώνα. Στο βιβλίο του «Περί τα ζώα ιστορίαι» σχετικά με τον μεταξοσκώληκα αναφέρει:

«Εκ δε τινός σκώληκος μεγάλου, ος έχει οίον κέρατα και διαφέρει των άλλων, γίνεται πρώτον μεν μεταβάλλοντος του σκώληκος κάμπη, έπειτα βομβυλίς, εκ δε τούτου νεκύδαλος.[1] Εν έξ δε μησί μεταβάλλει ταύτας τας μορφάς πάσας. Εκ δε τούτου του ζώου και τα βομβύκια, ά αναλύουσιν των γυναικών τινές αναππηνιζόμεναι κάπειτα υφαίνουσιν. Πρώτη δε λέγεται υφήναι εν Κω, Παμφίλη Πλατέω θυγάτηρ».


Σε μετάφραση:

Από κάποιον δε μεγάλον σκώληκα, ο οποίος έχει κάτι σαν κέρατα και διαφέρει από τους άλλους, πρώτα γίνεται και μεταβάλλεται σε κάμπια, έπειτα σε προνύμφη και μετά σε χρυσαλλίδα νεκρή από τη φωτιά. Μέσα σε έξι μήνες μεταβάλλει όλες αυτές τις μορφές. Από αυτό το ζώο βγαίνουν τα κουκούλια τα οποία ξετυλίγουν ορισμένες γυναίκες. Μαζεύουν (την Κλωστή) και έπειτα υφαίνουν. Λέγεται δε ότι η πρώτη που ύφανε (μετάξι) στην Κω ήταν η Παμφίλη η κόρη του Πλατέα.


Δε γνωρίζουμε όμως πότε ξεκίνησε η παραγωγή μεταξιού στην Κω. Να ένα ερώτημα που διατύπωσαν πολλοί αλλά λίγοι αποτόλμησαν απάντηση.

Η αναφορά που κάνει ο Αριστοτέλης για την Κώα Παμφίλη (Πρώτη δε λέγεται υφήναι), αφήνει να εννοηθεί ότι δεν αναφέρεται σε ένα σύγχρονο του γεγονός. Απλά θέλει να πει από τότε ο τρόπος παραγωγής ήταν ο ίδιος.

Ένας όμως ερευνητής, ο W.T.Forbes, κάνει μια πρόταση την οποία στηρίζει σε ορισμένα επιχειρήματα. Λέει ότι η παραγωγή του μεταξιού στην Κω αρχίζει από πολύ παλιά ίσως από την Αρχαϊκή περίοδο και το στηρίζει αυτό στο ότι το όνομα της Παμφίλης θυμίζει την εποχή της Ομφάλης και της Εριφύλης και ότι το όνομα του πατέρα της Πλατεύς θυμίζει τα ονόματα Πρωτεύς, Θησεύς, Περσεύς, οπότε θα πρέπει να έζησε τα χρόνια της ηρωικής εποχής, τα αρχαιότατα εκείνα χρόνια της Ελλάδας, συμπεραίνει δε ότι και η μεταξουργία της Κω ανάγεται σ’ αυτήν την εποχή. Όμως τα επιχειρήματα του Forbes που έχουν σαν βάση τα ονόματα απορρίφτηκαν από τους φιλολόγους που τα μελέτησαν. Το όνομα Παμφίλη είναι ένα από τα πολλά ονόματα που έχει τη ρίζα φίλος. Μόνο ηχητικά μοιάζει με τα ονόματα Εριφύλη και Ομφάλη που προέρχονται από διαφορετικές ρίζες. Κανένας αυθεντικός ετυμολογικός δεσμός δεν υπάρχει μεταξύ αυτών των ονομάτων. Ωστόσο το όνομα Παμφίλη το βρίσκουμε σαν όνομα γυναίκας κατά την κλασσική και την Ελληνιστική περίοδο. Ακόμα η σωστή μορφή του ονόματος του πατέρα της Παμφίλης είναι Πλάτης και όχι Πλατεύς. Έτσι λοιπόν το όνομα και το πατρώνυμο της Κώας εφευρέτριας της τοπικής παραγωγής μεταξιού δε μας βοηθούν να καθορίσουμε την αρχική χρονολογία έναρξης της καινοτομίας της.

Πως όμως έφτασε ο μεταξοσκώληκας στην Κω; Υπάρχει παράδοση με βάση την οποία δίνεται μια πιθανή εξήγηση. Μετανάστες που ήλθαν στην Κω από τις ακτές της Συρίας και που προέρχονταν από την περιοχή της Τύρου, αυτοί ίσως να έφεραν μαζί τους ορισμένα κουκούλια μεταξιού από τα οποία άρχισε η παραγωγή του. Υπάρχουν όμως και άλλες υποθέσεις ότι τα πρώτα κουκούλια έφθασαν από την Φοινίκη ή την Ασσυρία ή και απ’ ευθείας από την Ινδία,[2] ασφαλώς όμως υπήρχαν και εγχώριοι μεταξοσκώληκες οι οποίοι ζούσαν σε άγρια κατάσταση πάνω σε δέντρα μουριάς και κατέβαιναν να κλαδώσουν σε θάμνους από τους οποίους μαζεύονταν από τις γυναίκες που γνώριζαν την αξία τους. Κατά τον Πλίνιο τα βομβύκια που χρησιμοποιούσαν στην Κω ήταν τα τρύπια, που κλώθονταν αφού με την τρύπα που κάνει η μεταξοπεταλούδα για να βγει από το κουκούλι, διακόπτη τη συνοχή του νήματος. Τότε θα υπήρχε μια άλλη μέθοδος για να γίνει το νήμα. Έπρεπε τα μικρά νήματα να περάσουν από τη ρόκα και το αδράχτι για να μπορέσουν να αποκτήσουν ξανά τη συνοχή τους. Η γνώμη όμως αυτή του Πλίνιου είχε και την αντίθετη θέση κατά την οποία η σαφής αναφορά από τον Αριστοτέλη με το ρήμα αναλύην δηλαδή ξετυλίγει αφορούσε ολόκληρα κουκούλια και όχι τρυπημένα.

Εξ άλλου η εκτύλιξη των γερών βομβυκίων είναι πολύ πιο εύκολη δουλειά από το κλώσιμο των τρύπιων.

Σήμερα έχει γίνει από όλους αποδεκτό ότι το Κωακό μετάξι την εποχή του Αριστοτέλη παραγόταν επί τόπου από ένα είδος άγριου μεταξοσκώληκα ο οποίος ζούσε στην ύπαιθρο χώρα και έφτιαχνε τους βόμβυκες του πάνω στα άγρια κλαδιά των θάμνων από όπου τα μάζευαν για να βγάλουν, ξετυλίγοντας τα, τη μεταξωτή κλωστή. Έτσι με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι στην Κω δεν καλλιεργούσαν τον μεταξοσκώληκα της Κίνας, ούτε ύφαιναν τα μεταξένια νήματα της Κίνας, αφού οι δρόμοι του μεταξιού ανατολής-μεσογείου άνοιξαν αποδεδειγμένα για πρώτη φορά το 2ο π.Χ. αιώνα. Εξ άλλου δεν αναφέρεται καμιά πληροφορία ούτε υπάρχει ένδειξη για την εισαγωγή από την Κίνα ακατέργαστης πρώτης ύλης πριν από τον 1ο π.Χ. αιώνα. Ο Σχολαστικός ορθολογιστής Αριστοτέλης δεν αναφέρει σχετικά με την κωακή μεταξουργία ότι γινόταν με υλικά που είχαν εισαχθεί, ούτε κάνει καμιά αναφορά για ξενική προέλευση των κουκουλιών. Αντίθετα η περιγραφή που μας κάνει για τον κύκλο παραγωγής των κουκουλιών, ακολουθείται αμέσως με τον τρόπο χρήσης τους, για την παραγωγή του νήματος. Εξ άλλου η Περιγραφή του Αριστοτέλη συμπίπτει με αυτή του Πλίνιου του πρεσβύτερου ο οποίος ρητά αναφέρει ότι η κωακή παραγωγή μεταξιού γινόταν με μεταξοπεταλούδα.

Ήταν κυρίως γυναίκες αυτές που ασχολούνταν με την εκτύλιξη την «αναπήνιση» του μεταξιού και στη συνέχεια με την ύφανση. Τα υφάσματα αυτά τα έβαφαν με πορφύρα ένα κοκκινωπό χρώμα που έβγαζαν από ομώνυμα κογχύλια της θάλασσας. Τέτοια κογχύλια βρισκόντουσαν σε αφθονία στη ρηχή θάλασσα από τη Σάμο ως την Κω. Τα μεταξωτά υφάσματα της Κω ήταν λεπτεπίλεπτα, απαλά, ελαφρά και διαφανή. Το κώτικο μετάξι γυάλιζε, ήταν εξαιρετικά λεπτό. Συχνά ήταν βαμμένο με πορφύρα και κάπου-κάπου υφασμένο στα ενδιάμεσα υφάδια με χρυσή κλωστή. Το διάφανο του υφάσματος το έκανε ελκυστικό και περιζήτητο.

Για τη βαφή των μεταξωτών υφασμάτων της Κω έχουμε ελάχιστες πληροφορίες και αυτές από Λατίνους ποιητές οι οποίοι μιλούν και για το συναγωνισμό με την Τύρο ως προς τη παραγωγή του πορφυρού χρώματος από κογχύλια της θάλασσας.

Μελετώντας τις επιγραφές των Paton ent Hicks βρήκαμε την επιγραφή με αριθμό 309 η οποία πρέπει να είναι επιτύμβια, που μαρτυρεί ότι το επάγγελμα του πορφυροπώλη ήταν διαδεδομένο στην Κω.


ΜΑΡΚΟΥ ΣΠΕΔΙΟΥ ΝΑΣΩΝΟΣ ΠΟΡΦΥΡΟΠΩΛΟΥ

ΕΛΠΙΔΟΣ ΣΠΕΔΙΑΣ ΠΟΡΦΥΡΟΠΩ[ΛΙΔΟΣ]


Πάντως δείγμα του πορφυρού αυτού χρώματος έχουμε σε χειρέλια της Κω του περασμένου αιώνα. Το χειρέλι ήταν συνήθως πορφυρού χρώματος, τετράγωνο υφασμένο ενδιάμεσα με χρυσές κλωστές γύρω-γύρω. Στις τέσσερεις γωνιές είχε κεντημένα βυζαντινά μοτίβα, μπουκέτα λουλουδιών, με διάσπαρτα χρυσά καραβολάκια ενώ οι τσεβρέδες, ελάχιστοι είναι από μετάξι και δεν είναι τετράγωνοι αλλά παραληλόγραμοι, εν αντιθέσει με το Μαχραμά που και αυτός είναι τετράγωνος αλλά πολύ πιο μεγάλος από το χειρέλι. Τον μαχραμά φορούσαν οι νύφες αντί για βέλος στη γαμήλια τελετή.[3]

Στο θεατρικό έργο του Αθηναίου κωμικού ποιητή Νικόχαρη, «Λήμνιαι γυναίκες» τον 4ο αιώνα π.Χ. η Κως αναφέρεται από τον Ιάσωνα σαν τον επόμενο σταθμό των αργοναυτών (Πλέωμεν ω κόρη επι Κως). Το λογοπαίγνιο με τη λέξη (Κώας δέρας) ταιριάζει στον Ιάσωνα που αναζητούσε το χρυσόμαλλο δέρας και ίσως ο ποιητής θέλησε εμμέσως να αναφερθεί στην πολύτιμη χρυσοφόρα κωακή μεταξουργεία.

Η χρήση διαφανών ενδυμάτων στην αρχαία Ελλάδα μαρτυρείται για πρώτη φορά από τα αγάλματα. Κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. Η γλυπτική τέχνη προβάλλει τα αραχνοΰφαντα φορέματα χωρίς όμως να ξέρουμε αν είναι από μετάξι ή από λεπτό λινό ή και για τα δύο. Στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη που γράφτηκε το 411 π.Χ. αναφέρεται το «Αμοργινόν» ένα λεπτό διάφανο ύφασμα που δεν ξέρουμε όμως αν ήταν από μετάξι.


Το Νοέμβριο του 1966, παραδόθηκε στο Μουσείο της Κω, από τον συμπατριώτη μας Νικόλαο Σοφό, ένα μαρμάρινο ανάγλυφο που παρίστανε τις τρεις Χάριτες να χορεύουν στο ύπαιθρο γύρω από ένα βωμό με κατεύθυνση από δεξιά προς τα αριστερά. Το ανάγλυφο βρέθηκε σκάβοντας στο χωράφι του, μέσα σε ένα τάφο. Το ανάγλυφο είχε χρησιμοποιηθεί σαν πλάγια πλάκα στο εσωτερικό του τάφου. Η κορυφαία του χορού Χάρις φορεί μόνο έναν λεπτό χιτώνα που αποκαλύπτει τις γυναικείες ανατομικές ωραίες καμπύλες της . Και των άλλων τα σώματα κάτω από τους αραχνοΰφαντους χιτώνες, είναι γυμνά. Φαίνονται οι λεπτομέρειες ακόμα και οι θηλές των υπέροχων μαστών.

Έτσι όπως πρωτοκοιτάξαμε το ανάγλυφο μας ήρθαν στο μυαλό οι στίχοι του Σενέκα: Video seritasvestas κλπ.

Βλέπω φορέματα μεταξωτά

Αν πρέπει να ονομαστούν φορέματα

Αυτά που τίποτα δεν μπορούν να κρύψουν

Ούτε το σώμα ούτε τη ντροπή,

Που όταν φορεθούν

Καθένας μπορεί να ορκιστεί

Ότι τα σώματα είναι γυμνά.


Σίγουρα ο καλλιτέχνης του ανάγλυφου, θα είχε υπ’ όψιν του τα μεταξωτά κώτικα φορέματα. Τόση ήταν η τέχνη των υφαντριών της Κω που δούλευαν το μετάξι, που η παραγωγή του είναι μαρτυρημένη στο ανάγλυφο με τις Χάριτες.


Να μπεί το ανάγλυφο……


Μια ακόμα μαρτυρία για το μετάξι της Κω έχουμε από τον Βουκολικό μας ποιητή Θεόκριτο. Στο 2ο ειδύλλιο του με τίτλο «Φαρμακεύτρια» που αναφέρεται στον έρωτα της Σιμαίθας και που η υπόθεση του μίμου έχει σκηνικό την Κω, στο στίχο 73, χρησιμοποιεί τη λέξη «βήσσο» για το μεταξωτό χιτώνα της ερωτευμένης γυναίκας.

ωμάρτευν βύσσοιο καλόν σύροισα χιτώνα (και ρίχνω ολομέταξο στους ώμους μου χιτώνα)


Ο Θεόκριτος έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στην Κω. Από τα ειδύλλια του που έγραψε στο νησί φαίνεται πόσο καλός γνώστης ήταν του τόπου αφού αναφέρει πολλές λεπτομέρειες της ζωής και των συνηθειών των κατοίκων, τα τοπία, τους δρόμους, τους ποταμούς σε όλους τους δήμους της Κω. Φυσικό θα ήταν να ήταν πληροφορημένος και για την καλλιέργεια του μεταξιού στην Κω και η αναφορά του στον μεταξένιο χιτώνα της Σιμαίθας το αποδεικνύει.


Ακόμα μια μαρτυρία αυτή τη φορά από την Αίγυπτο. Στο νησί Ελεφαντίνη που βρίσκεται μέσα στο Νείλο κοντά στο Ασουάν ένας Γερμανός αρχαιολόγος ανακάλυψε ένα παπύρινο κύλινδρο που στην πραγματικότητα ήταν ένα προικοσύμφωνο μιας κοπέλας από την Κω που παντρευόταν ένα νεαρό από την Τίμνο. Μέσα στα προικιά της αναφερόταν και ένα μεταξωτό ύφασμα.


Άλλες μαρτυρίες για την κωακή μεταξουργία δεν διαθέτουμε. Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για την οργάνωση της παραγωγής, αν ήταν υπό κρατικό έλεγχο ή γινόταν από ελεύθερους επαγγελματίες, αν υπήρχε φορολογία για το μετάξι. Σε μια επιγραφή που βρέθηκε στην Κω και συγκεκριμένα στο Πλατάνι και που σήμερα εκτίθεται στο αυτοκρατορικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης και που αναφέρεται στο Κωακό φορολογικό σύστημα, ενώ δίνονται πληροφορίες για τη φορολογία πολλών προϊόντων και υπηρεσιών ως και αυτών που αφορούσαν τις εταίρες, δεν αναφέρεται φόρος για το μετάξι.


Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η εκμετάλλευση του άγριου μεταξοσκώληκα απαιτούσε λίγη φροντίδα και απλές εγκαταστάσεις. Οι άγριοι μεταξοσκώληκες θα ήταν δύσκολο να εξημερωθούν. Πρέπει να ζούσαν χωρίς καμιά φροντίδα στο φυσικό τους περιβάλλον και μετά τον εγκλεισμό τους στο κουκούλι θα ήταν εύκολη δουλειά η συγκομιδή τους. Τα απαραίτητα μέσα για την παραγωγή μεταξιού θα ήταν πιθανώς ένα αλσύλλιο και ένα μικρό κατάλληλο οίκημα για να μπορεί κανείς να κλώθει και να μαζεύει στην ανέμη τη μεταξωτή κλωστή. Από την περιγραφή του Αριστοτέλη έχουμε ακόμα ορισμένες πληροφορίες. Αναφέρει ότι «γυναίκες τινές» έξαιναν και έκλωθαν το μετάξι. Η λέξη γυνή έχει ένα μεγάλο ενδιαφέρον σ’ αυτό το σημείο γιατί συνήθως τη χρησιμοποιεί όταν πρόκειται να αναφερθεί σε γυναίκες ελεύθερες και όχι δούλες. Η περιγραφή λοιπόν του Αριστοτέλη θα μπορούσε να αφήσει να εννοηθεί ότι οι γυναίκες που ασχολούντο με την μεταξουργία στις μέρες του ήταν γυναίκες ελεύθερες όπως η Κώτισσα Παμφίλη.

Εκτός από την οικόσιτο παραγωγή μεταξωτών υπάρχει άραγε πιθανότητα να υπήρχε και συστηματική επαγγελματική παραγωγή; Στην επιγραφή που μνημονεύσαμε υπάρχει μια πληροφορία σχετικά με τους εργάτες που δούλευαν στα αμπέλια «τοι αμπελοστατεύντες» και για τις γυναίκες δούλες «γυναικεία σώματα». Η αναφορά αυτή μπορεί να μας δώσει το δικαίωμα να υποθέσουμε ότι οι γυναίκες αυτές δούλευαν στην κωακή μεταξουργία; Αυτό δε μπορεί να αποδειχτεί. Εμείς απλά κάνουμε την υπόθεση. Πάντως αν αποδεικνυόταν θα ήταν ένδειξη ότι η παραγωγή του μεταξιού δεν περιοριζόταν μόνο στην οικόσιτο παραγωγή.


Στην αρχή της αυτοκρατορικής περιόδου της Ρώμης η Κως ήταν το πιο φημισμένο κέντρο παραγωγής και εμπορίας μεταξωτών υφασμάτων. Έχουμε στοιχεία που το αποδεικνύουν.

Οι επανειλημμένες αναφορές στα κωακά μεταξωτά από τους ποιητές της Ρωμαϊκής περιόδου, ιδίως την εποχή του Αυγούστου αλλά και μετέπειτα όπως ο Ιουβενάλης αποδεικνύουν πόσο αναπτύχθηκε το εμπόριο του Κωακού μεταξωτού φορέματος κατά την πρώιμη αυτοκρατορική περίοδο. Ο Οράτιος , ο Οβίδιος, ο Προσπέρτιος, ο Τιβούλιος και αργότερα τον 2ο μ.Χ αιώνα ο Ιουβενάλης, όλοι τους μνημονεύουν τα κωακά μεταξωτά ενδύματα. «Coae vestes», «Coae Textura», «Minervae lubtica Coa», που φορούσαν οι πλούσιες Ρωμαίες.


Οράτιος ωδές


Ούτε οι Κώοι εισάγουν πια για σένα πορφυρά ενδύματα

Ούτε λαμπερούς λίθους

Ευκαιρίες που μια φορά αφού γίνουν γνωστές

Δημιουργούν υπεριφάνεια.

Τέλείωσε η γρήγορη μέρα.


Οβίδιος

Είτε θα βρίσκεσαι ανάμεσα σε Τύριους

και θα υμνήσεις τα φορέματα της Τύρου

Είτε θα βρίσκεσαι ανάμεσα στους Κώους,

νόμιζε ότι πρέπει να επαινείς την Κώτισσα

Προπέρτιος

Τι βοηθά να στολίζεται η ζωή με περιποιημένη κόμη

Και η κώτισσα να κινεί τη μέση της με λεπτό φόρεμα

Είτε εκείνη στους Κώους θα κάμω καρτερική κόρη

Αν εσένα η Ηώς βοηθήσει, τη χρυσή όχθη και όσα

Κάτω από το Τύριο κογχύλι κρύβει το υπερήφανο νερό

Και στον Ευρύπυλο αρέσει το κώτικο ύφασμα

Της Αθηνάς τα ευλύγιστα σημεία

Εξ αιτίας των Ατταλικών ερώτων.


Τίμβουλος

Εκείνη φορά λεπτεπίλεπτα φορέματα

Τα οποία η Κώτισσα γυναίκα ύφανε

Και διακόσμησε πάνω τους χρυσαφένιους δρόμους

Αυτός παρέχει τις αιτίες της πλεονεξίας

Και η Κώτισσα παρέχει στα κοριτσάκια φορέματα

Που από τη θύελλα προβάλλουν

Σαν λαμπερό μαργαριτάρι της Θάλασσας.

Στη λατινική λογοτεχνία έχουμε μαρτυρίες για τη ζήτηση του Κωακού μεταξιού στη Ρώμη όπου βρήκε μια πλούσια αγορά για εξαγωγές. Μια αγορά που διψούσε για σπάνια προϊόντα ποιότητας. Αλλά και οι Ρωμαίοι που ζούσαν στην Κω και αποτελούσαν την ρωμαϊκή κοινότητα που ιδρύθηκε μετά το 88 π.Χ και η παρουσία της μαρτυρείται από πολλές επιγραφές, θα είχε μεγάλη εκτίμηση για τα Κώτικα μεταξωτά ρούχα.


Μετά τον 2ο μ.Χ. αιώνα τα προϊόντα της Κωακάης μεταξουργίας σταματούν να αναφέρονται στις σωζόμενες αρχαίες πηγές. Η σιωπή αυτή ίσως να εξηγείται λόγω της ολοένα αυξανόμενης εισαγωγής του Κινέζικου μεταξιού που ήταν σαφώς ανώτερο ποιοτικά και που δεν υπήρχε τρόπος να το συναγωνιστεί η ντόπια παραγωγή. Έτσι το εμπόριο του κώτικου μεταξιού άρχισε σιγά-σιγά να χάνει έδαφος,

ενώ η Κως κατά την Ελληνιστική εποχή είχε εξελιχτεί σε μεγάλη οικονομική δύναμη. Η Αθήνα και η Σπάρτη εξαντλημένες από την μακροχρόνια εμφύλια διαμάχη είχαν καταρρεύσει οικονομικά. Τα μεγάλα νησιά Σάμος, Χίος και Λέσβος είχαν εμπλακεί σε εμφύλιες διενέξεις και περίμεναν από Κώους δικαστές να επιλύσουν τις διαφορές τους.[4] Η μεγάλη οικονομική δύναμη της εποχής η Ρόδος, μήλο της έριδος μεταξύ των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μετά την καταστροφική πολιορκία από τον Δημήτριο τον Πολιορκητή ο οποίος αφού δεν μπόρεσε να εκπορθήσει του κάστρο της, κατάκαψε την ύπαιθρο χώρα. Τότε χρειάστηκε το νησί να ζητήσει την βοήθεια του Πτολεμαίου από την Αίγυπτο, του Λυσίμαχου από τη Θράκη και του Κάσανδρου από τη Μακεδονία για να μπορέσει να συνέλθει από τη συμφορά.[5] Τα χρόνια εκείνα η Κως με την γεωργική, και τη βιομηχανική της παραγωγή διεκδικούσε τα πρωτεία σε οικονομική ευρωστία. Δεν εξαρτούσε τον πλούτο της μόνο από το μετάξι. Ο Στράβων[6] μας μιλά για την καλλιέργεια του ευφορωτάτου εδάφους της με ελαιώνες και αμπελώνες. Η καλλιέργεια του αμπελιού πρέπει να ήταν πολύ εκτεταμένη. Υπήρχαν μεγολοκαλλιεργητές. Ο Φιλόστρατος αναφέρεται σε ένα Κώο αμπελουργό και λέει ότι : «κέκτηται δε αυτήν (την Κω) μόνος». Το κρασί ήταν ένα λαϊκό ποτό. Ο Πλίνιος επαινεί τα κρασιά της Κω και αναφέρει τις διάφορες ποικιλίες. Ένα είδος το ονομάζει «Hippocum vinum” και προφανώς θα ήταν παραγωγή του δήμου των Ιππιωτών. Ένα άλλο κρασί ήταν ο «οίνος αυστηρός Κώος» που χρησιμοποιούσε ο Ιπποκράτης για θεραπευτικούς σκοπούς. Ο Θεόκριτος στο 7ο ειδύλλιο του με τίτλο «Θαλύσια» αναφέρεται στον «Πτελεατικόν οίνον» που παραγόταν στους δήμους της Πέλης και του Άλεντα (σημερινό Πυλί). Τα πιο φημισμένα όμως κρασιά της Κω ήταν δύο, ένα σκούρο δυνατό με ιαματικές ιδιότητες που το έδιναν σαν τονωτικό, το “faecula coa” (Κωακός τρύγος) και το άλλο ήταν ο «τεθαλαττομένος οίνος» που προοριζόταν για εξαγωγή. Τον 4ο π.Χ. αιώνα τα κρασιά της Κω ταξίδευαν σε όλη τη Μεσόγειο ως και τον Κιμμερικό Βόσπορο. Ήταν ελαφριά και είχαν ιδιότητες καθαρτικές και πεπτικές. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι η μέθοδος της ανάμειξης νερού της θάλασσας στο κρασί ήταν μια τυχαία ανακάλυψη. «Coi marinam aquam largiorem». Τη μέθοδο αυτή την αντέγραψαν και άλλα νησιά και παραθαλάσσιες πόλεις της Μ. Ασίας ακόμα και της νότιας Ιταλίας, αλλά τον αυθεντικό τεθαλαττομένον οίνον της Κω δεν μπόρεσαν να τον ξεπεράσουν. Ο Δημοσθένης σε ένα δικανικό του λόγο αναφέρεται στα κρασιά της Κω. Ο Στράβων τα επαινούσε. Από επιγραφές της Πομπηΐας μαθένουμε ότι τα κρασιά της Κω ήταν διαδεδομένα στην Ιταλία. Ακόμα στην Αίγυπτο κατανάλωναν κρασί από την Κω γι’ αυτό ένα μετράδι για τη μέτρηση της ποσότητας του κρασιού, το ονόμαζαν «κώον».

Για τη μεταφορά των κρασιών κατασκευάζονταν στην Κω οι ονομαστοί αμφορείς οι οποίοι είχαν «δισχιδείς» λαβές για να ξεχωρίζουν από αυτούς της Ρόδου, της Κνίδου, και της Θάσου. Η ποιότητα της αργίλου ήταν εξαιρετική, κόκκινου χρώματος με διάφορες αποχρώσεις καλά ψημένη και κοσκινισμένη. Το σχήμα των σφραγίδων ήταν ορθογώνιο και σαν έμβλημα είχαν το ρόπαλο του Ηρακλή. Η Χάρις Κάντζια ανέσκαψε στην Κω ένα αρχαίο εργαστήριο κεραμικής και είναι εντυπωσιακός ο αριθμός των σπασμένων αμφορέων.

Ένα άλλο είδος βιομηχανικής παραγωγής ήταν τα είδη γυναικείας τουαλέτας, τα μύρα και οι αλοιφές. Υπάρχει μια επιγραφή σε βάση αγάλματος που αναφέρεται σε μια οργάνωση πουλητριών καλλυντικών που ονομάζονται ως «γρυτοπώλαι». Ξακουστό στην αρχαιότητα ήταν το «Αμαράκινον μύρο» που γινόταν εξαγωγή.[7] Ο Αθήναιος παραθέτει ένα χωρίο του Απολλώνιου ο οποίος σε ένα σύγγραμμα του που έγραψε τον 1ο αιώνα αναφέρει ότι στην Κω ήταν εξαίρετο το «αμαράκινον μύρο (από την γνωστή μας μαντζουράνα) και το «μέλινον» (λάδι από κυδώνι).

Η εξόρυξη μαρμάρων της Κω ήταν ένας οικονομικός παράγοντας μεγάλης σημασίας.

Το επιβεβαιώνουν τα ωραία αγάλματα που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη καθώς και οι επενδύσεις τοίχων[8] διαφόρων κτηρίων, και οι περίτεχνοι κίονες που βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές. Η επεξεργασία του μαρμάρου στα εργαστήρια των καλλιτεχνών δημιούργησε έργα σημαντικής αξίας. Μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι τα γλυπτά που βρέθηκαν είναι από κώτικο μάρμαρο, μετά από τη κρυσταλλογραφική εξέταση που έγινε από τον καθηγητή Desio[9] η οποία επιβεβαιώνει ότι το λευκό και το γαλαζωπό μάρμαρο των αγαλμάτων είναι ντόπιο.

Η αλιεία και το εμπόριο των ψαριών ήταν ακόμα ένας σημαντικός παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης. Στην επιγραφή του Πλατανίου φαίνεται ότι υπήρχε ένας φόρος για τους πωλητές ψαριών. Ακόμα μια επιγραφή μιλά για «αγορή ιχθυοπώλις» και είναι βέβαιο ότι κάτοικοι των παράλιων περιοχών του νησιού ασχολούνταν με την αλιεία ιδίως την αλιεία του τόνου. Ειδικές ιδιωτικές ακταιωροί υπόκειντο σε κάποια φορολογία. Ανεπτυγμένο ήταν επίσης το εμπόριο των παστών ψαριών.

Το αρχαίο λιμάνι της Κω στον κόλπο της Κεφάλου και το λιμάνι της Κνίδου πίσω από το ακρωτήριο του Κάβου Κριού βρισκόντουσαν σε ορατή απόσταση και μπορούσαν να δέχονται τα ιστιοφόρα της εποχής σε λίγες ώρες διευκολύνοντας τις εμπορικές συναλλαγές. Οι έμποροι και οι ναύτες που έφταναν στο λιμάνι της Κω την παρομοίαζαν για τον πλούτο της, με τη Λέσβο τη Χίο τη Σάμο και τη Ρόδο και την αποκαλούσαν με το μυθικό όνομα «Μακάρων Νήσον». Εξ άλλου οι φορολογικοί κατάλογοι της Αθηναϊκής συμμαχίας τον 5ο αιώνα π.Χ με τις συνεισφορές που όριζαν για την Κω φανέρωναν την οικονομική της ευμάρεια. Μετά την ίδρυση μάλιστα της νέας πρωτεύουσας αυτή η οικονομική ακμή αυξήθηκε ακόμα περισσότερο.

Μαζί λοιπόν με τα παραπάνω προϊόντα και η παραγωγή και βιομηχανία του μεταξιού υπήρξε σημαντικός παράγοντας του πλούτου της Κω μέχρι και τα ύστερα χρόνια της Ρωμαϊκής εποχής. Τι έγινε όμως μετά; Ξέρουμε ότι το μετάξι τα χρόνια που ακολούθησαν, τα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, σημείωσε από την εποχή του Ιουστινιανού, μεγάλη άνθηση ως τα χρόνια της Μακεδονικής δυναστείας, ακόμα και μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης, ένας δυναμικός παράγοντας για την οικονομική ανάπτυξη της απέραντης χώρας. Άραγε στην Κω εξακολούθησε η μεταξοπαραγωγή;

Δεν διαθέτουμε στοιχεία και δε μπορούμε να πούμε τίποτα με βεβαιότητα. Όμως θα πρέπει να υποθέσουμε ότι η παραγωγή μεταξιού συνεχίστηκε γιατί την ξανασυναντούμε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, αυτό μας επιτρέπει να υποθέσουμε και παρά την έλλειψη στοιχείων, ότι και στη Κω εξακολούθησε η μεταξοπαραγωγή και στα βυζαντινά και στα Ιπποτικά χρόνια.

Η ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, είναι η ιστορία της οικονομικής πολιτικής και του εμπορίου του μεταξιού. Από τη στιγμή που έχασε το εμπόριο αυτού του χρυσοφόρου προϊόντος άρχισε να χάνει και τη δυναμική της παρουσία. Οι Βενετσάνοι και οι Γενουάτες που κυριάρχησαν στους εμπορικούς δρόμους, τους δρόμους του μεταξιού, στέρησαν από την αυτοκρατορία τα τεράστια κέρδη που έφερνε η επεξεργασία και το εμπόριο του με αποτέλεσμα να χάσει σιγά-σιγά την οικονομική της ακμή και να κατρακυλήσει προς την κατάρρευση.

Εξάλλου στο Βυζάντιο που την δύναμη και την ασφάλεια του τη χρωστούσε στην καλή λειτουργία των υπηρεσιών του, το εμπόριο του έδινε τη δυνατότητα να ξοδεύει για τις υπηρεσίες αυτές. Η Κωνσταντινούπολη που το προνόμιο της ήταν η γεωγραφική της θέση, χτισμένη στον πορθμό μεταξύ Βορρά και Νότου αποτελούσε και υη γέφυρα της ξηράς μεταξύ Ανατολής και Δύσης, κατοικούνταν από Έλληνες και Αρμένιους που ήταν ικανοί και έξυπνοι έμποροι. Στους πρώτους αιώνες μ.Χ. το ανατολικό εμπόριο παρουσίαζε εξαιρετική άνθιση. Γινόντουσαν μεγάλες εισαγωγές μπαχαρικών, βοτάνων, και ξύλου σανδάλου από την Ινδία και ακατέργαστου μεταξιού από την Κίνα, που πληρωνόντουσαν με χρυσάφι. Η αφαίμαξη αυτή οδήγησε σε οικονομική κρίση που σιγά-σιγά απλώθηκε σε όλη την αυτοκρατορία. Η ζήτηση όμως για το μετάξι εξακολουθούσε να είναι μεγάλη. Οι δρόμοι του μεταξιού που περνούσαν από την Περσία έκλειναν όταν γινόντουσαν πόλεμοι και έτσι οι τιμές ανέβαιναν. Την εποχή του Ιουστινιανού οι πόλεμοι με την Περσία δημιούργησαν δυσκολίες για τη μεταφορά του μεταξιού και η προσπάθεια του αυτοκράτορα να κρατήσει χαμηλά τις τιμές κατάστρεψε τους ιδιώτες βιομηχάνους. Τότε εξαγόρασε τα εργοστάσια τους και έκαμε το μετάξι αυτοκρατορικό μονοπώλιο. Το 552 μ.Χ. έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη δύο νεστοριανοί μοναχοί με το μυστικό της καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα και τα αυγά τους που είχαν κρυμμένα μέσα στα κούφια μπαστούνια τους.[10] Αυτοί είχαν σταλεί στην Περσία για να διδάξουν τον Χριστιανισμό και κατάφεραν να μάθουν την διαδικασία της παραγωγής του μεταξιού. Ο Ιουστινιανός ο οποίος είχε μεγάλη επιθυμία να αποκτήσει το μυστικό της καλλιέργειας ικανοποιήθηκε και μάλιστα αντάμειψε πλουσιοπάροχα τους δύο μοναχούς. Το παλάτι είχε γίνει το κέντρο όλης της αυτοκρατορίας που κυβερνιόταν μάσα από τις δαιδαλώδεις αίθουσες του. Εκείνος που εξουσίαζε το παλάτι εξουσίαζε την αυτοκρατορία. Συγχρόνως όμως το παλάτι ήταν ο πλουσιότερος εμπορικός οίκος. Όπως αναφέραμε το εμπόριο του μεταξιού είχε γίνει αυτοκρατορικό μονοπώλιο και τους αργαλειούς που ύφαιναν τα ακριβά υφάσματα τους είχαν μέσα στο γυναικωνίτη. Τα περίφημα μεταξωτά και οι χρυσοΰφαντες τόγες, οι στόφες με τα πορφυρά χρώματα τα γεμάτα χρυσά νήματα με τα περσικά μοτίβα των Σασσανιδών που τα τροποποιούσε η χάρη της κλασσικής τέχνης στο σχέδιο, ήταν τα πολυτιμότερα εμπορεύματα που ταξίδευαν στις αυλές της Δύσης και έφερναν τα μεγάλα κέρδη και τον πλούτο. Σε λίγα χρόνια η καλλιέργεια του μεταξοσκώληκα απλώθηκε σε όλη την αυτοκρατορία.


Σίγουρα την εποχή αυτή η μεταξουργία στη Κω έπρεπε να ζωντάνεψε ξανά Πάντως όλα αυτά τα χρόνια η βιομηχανία του μεταξιού προόδευε συνεχώς και τα αυτοκρατορικά εργοστάσια μονοπωλούσαν παγκοσμίως την κατασκευή και την εμπορεία των μεταξωτών υφασμάτων. Οι Άραβες στην Ανατολή και οι Χάντζαροι στο Βορρά καθώς και τα δυτικά έθνη συναγωνίζονταν ποιος θα πρωτοαγοράσει τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά του Βυζαντίου. Οι περιοχές που περισσότερο αναπτύχτηκε

η καλλιέργεια του μεταξιού, ήταν η Θεσσαλία, η Θήβα, η Αθήνα, τα νησιά και η Πελοπόννησος η οποία από τις πολλές μουριές που είχαν φυτευτεί πήρε και το όνομα Μοριάς. Κατά τον 8ο αιώνα οι Άραβες καταλαμβάνουν την Πελοπόννησο και διαδίδουν τη σηροτροφία σε όλο τον αραβικό κόσμο. Το 1130 ο Νορμανδός βασιλιάς της Σικελίας Ρογήρος κατακτά την Πελοπόννησο και μεταφέρει στη Σικελία την παραγωγή του μεταξιού. Από εκεί η σηροτροφία επεκτείνεται σε όλη την Ιταλία με σημαντικότερα κέντρα επεξεργασίας και εμπορίας την Γένοβα, τη Βενετία τη Φλωρεντία και το Κόμο. Μετά την Ιταλία η παραγωγή του μεταξιού επεκτείνεται στη Γαλλία με κέντρα παραγωγής την Λυών, την Τουρ και την Αβινιόν. Κατά το 1820 στη Γαλλία εκδηλώθηκε μια ασθένεια του μεταξοσκώληκα ο πιπερίτης που καταστρέφει όλη την παραγωγή. Η ασθένεια κράτησε 10 χρόνια. Τέλος στην διεθνή έκθεση που έγινε στο Παρίσι το 1822 παρουσιάζεται η πρώτη συνθετική ίνα που μαζί με την ασθένεια του πιπερίτη συντελούν στην θεαματική μείωση της παραγωγής μεταξιού στην Ευρώπη.


Τι απέγινε όμως η καλλιέργεια του μεταξιού στην Κω; Κατά την περίοδο της Ιπποτοκρατίας δεν έχουμε πληροφορίες. Όμως πρέπει να υποθέσουμε ότι όπως και στα βυζαντινά χρόνια η μεταξοκαλλιέργεια θα έπρεπε να είχε συνεχιστεί. Για την περίοδο της τουρκοκρατίας ο Ζαρράφτης αναφέρει ότι στην Κω υπήρχε παραγωγή μεταξοτών υφασμάτων στο κατά την Τουρκοκρατία.[11]

Ο συμπατριώτης μας πανεπιστημιακός καθηγητής της ιστορίας, Ζαχαρίας Τσιρπανλής, δημοσίευσε ένα οθωμανικό νομοθετικό διάταγμα που στα τούρκικα αναφέρεται ως Kanun-Name (κανόνας νόμων;) με το οποίο καθορίζονταν οι φόροι που έπρεπε να πληρώνονται στο τουρκικό κράτος κατά τον 16ο αιώνα και αφορούσε τα νησιά της Ρόδου και της Κω. Σ’ αυτόν λοιπόν τον φορολογικό κώδικα αναφέρεται ότι για τα κουκούλια του μεταξιού έπρεπε να πληρώνεται σαν φόρος το ένα δέκατο της παραγωγής.[12]

Μια ακόμα πληροφορία, αυτή τη φορά από τον ιατροφιλόσοφο Δημήτριο Μυλωνά, που αναφέρει: «Εν τη πρωτευούση της Κω……η παραγόμενη σήμερον εν Κω μέταξα είναι τόσον λαμπρά, ώστε όταν υφανθή υπό πεπειραμένων τεχνιτίδων αποβαίνει περιζήτητος ανά τα μεγάλα κέντρα του κόσμου».[13] Κατά την περίοδο της Ιταλοκρατίας η μεταξοκαλλιέργεια αναπτύχτηκε με γοργούς ρυθμούς. Υπάρχουν πολλά εργαστήρια παραγωγής. Αναφέρουμε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Το 1914 ξεκίνησαν από την Κω δύο αδέλφια ο Γιάννης και ο Νικήτας Διακογιάννης για να πάνε να εργαστούν στην Αμερική. Τα χρήματα από τις οικονομίες τους τα έστελναν στον πατέρα τους ο οποίος τους αγόρασε ένα μεγάλο κτήμα στην Αντιμάχεια, το «Σώχωρο», όπου και η καταγωγή της οικογένειας, για να μπορέσουν επιστρέφοντας από την Αμερική να επιδοθούν στο επικερδές για την εποχή επάγγελμα της μεταξοκαλλιέργειας. Μάλιστα ο ίδιος ταξίδεψε στις απέναντι ακτές για να προμηθευτεί καλή ποικιλία δενδριλίων μουριάς με τα οποία φύτεψε το χωράφι.

Η δεύτερη εμπειρία είναι προσωπική. Μετά το θάνατο του πατέρα μου η μητέρα μου, ελπίζοντας ότι θα λύσει το οικονομικό μας πρόβλημα άρχισε μια οικόσιτη παραγωγή μεταξιού. Ανήμερα «των φουντών» μέσα στην καρδιά της άνοιξης, έπαιρνε μαζί της στην εκκλησία, τοποθετημένο σε ένα καθαρό καλοδιπλωμένο μαντίλι το σπόρο του μεταξιού, κάτι πολύ μικροσκοπικά αυγά μεταξοπεταλούδας, στο μέγεθος κεφαλής καρφίτσας. Τον έβαζε προσεκτικά κάτω από την αμασκάλη της και τον κρατούσε εκεί έως ότου τελειώσει η λειτουργία. Γυρνώντας στο σπίτι άνοιγε το μαντίλι και από τους μικροσκοπικούς σπόρους έβγαιναν κάτι μαυριδερά σκουληκάκια που άρχιζαν να κινούνται σαν να ήθελαν να αποταυριστούν, μετά τον πολύμηνο ύπνο τους. Αμέσως άρχιζε η διαδικασία της εκτροφής τους αφού τα άπλωνε επάνω στα «κρεβάτια» που κατασκεύαζε με καλάμια, σαν σκαλωσιές, και πάνω τους έβαζε εφημερίδες. Τα τάϊζε στην αρχή με τα φυλλαράκια που μαζεύαμε από τις μύτες της μουριάς. Η φροντίδα του ταΐσματος γινόταν έξι φορές το εικοσιτετράωρο.

Ο μεταξοσκώληκας από τη στιγμή που θα εκκολαφθεί μέχρι την ώρα που θα πλέξει το κουκούλι περνά από πέντε κύρια στάδια που ονομάζαμε ηλικίες. Μόλις γεννηθεί ο μεταξοσκώληκας βρίσκεται στην πρώτη ηλικία. Τρώει συνεχώς και μεγαλώνει κάθε μέρα με γρήγορους ρυθμούς. Όταν συμπληρωθούν πέντε μέρες μετά την εκκόλαψη σταματά να τρώει. Σηκώνει λίγο το κεφάλι προς τα πάνω και στη θέση αυτή μένει ακίνητος επί μία με μιάμιση μέρα. Το στάδιο αυτό λέγεται «ύπνος», όμως ο μεταξοσκώληκας δεν κοιμάται. Επειδή έχει μεγαλώσει αρκετά το δέρμα του δεν τον χωρά. Έτσι με κάποιες φυσικές διεργασίες που γίνονται δημιουργείται κάτω από το παλιό δέρμα, ένα πιο ευρύχωρο. Συνολικά ο μεταξοσκώληκας περνά πέντε «ηλικίες» και τέσσερεις «ύπνους».

Για να υπάρχει επιτυχία στην εκτροφή πρέπει ο φωτισμός να μην είναι πολύ δυνατός, να έχει στους χώρους εκτροφής καλό φυσικό αερισμό, η θερμοκρασία να είναι κατάλληλη και να μην υπάρχει καθόλου υγρασία. Οι μεταξοσκώληκες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στους θορύβους, στις χημικές ουσίες, που μπορούν να φέρουν την καταστροφή και να διακόψουν την ανάπτυξη τους, πολλές φορές δε, να προκαλέσουν και το θάνατο τους. Ένας κύκλος τριάντα ημερών είναι το ανώτερο διάστημα μιας κανονικής εκτροφής.


Πηγαίναμε και μαζεύαμε κλαδιά από αγουρίδους τα οποία τοποθετούσαμε πάνω στα κρεβάτια. Ο μεταξοσκώληκας ανέβαινε στα κλαδιά και άρχιζε να πλέκει από τα έξω προς τα μέσα το κουκούλι του, σχηματίζοντας οκτάρια. Από δύο αδένες που έχει κάτω από το στόμα του βγαίνουν δύο υγρές ίνες που ενώνονται μεταξύ τους και με τις επιδέξιες κινήσεις του, η κλωστή τυλίγεται και φτιάχνει τη μεταξωτή φωλιά του. Η διαδικασία αυτή διαρκεί περίπου πενήντα ώρες και η συνεχόμενη μεταξωτή ίνα έχει μήκος 1.300 μέτρα περίπου.

Όταν περνούσαν επτά μέρες από το κλάδωμα τότε αρχίζαμε και μαζεύαμε πάνω από τα κλαδιά τα κουκούλια. Ο μεταξοσκώληκας μετά από δέκα μέρες μετά το κλάδωμα, μεταμορφώνεται μέσα στο κουκούλι σε χρυσαλίδα. Τότε έπρεπε να γίνει το ψήσιμο των κουκουλιών για να θανατωθούν οι χρυσαλίδες. Η χρυσαλίδα που θα παρέμενε χωρίς να θανατωθεί μεταμορφωνόταν σε πεταλούδα η οποία από το στόμα της έβγαζε ένα όξινο υγρό με το οποίο άνοιγε μια τρύπα στο κουκούλι για να βγει έξω στην ελευθερία. Η θηλυκιά θα ζητήσει την αρσενική πεταλούδα και θα ζευγαρώσει μαζί της. Σε λίγο αρχίζει να γεννά τα αυγά της. Οι πεταλούδες θα ζήσουν περίπου δύο μέρες και μετά θα πεθάνουν, αυτό είναι το πεπρωμένο τους.

Τα φρυγμένα κουκούλια τα πηγαίναμε στο εργαστήρι της θειάς της Διαδυνιώς για να βγάλουμε το μετάξι. Το εργαστήρι ήταν στη αυλή του σπιτιού του αξέχαστου Μιχάλη Στρίγκα. Θυμάμαι τη θειά τη Διασυνιώ καθισμένη στο σκαμνί της μπροστά στο χτισμένο με τέχνη καζάνι που κάτω του έκαιγαν τα ξύλα και μέσα του έβραζε χοχλαστό το νερό, να τραβά και να ξεχωρίζει με τέχνη τις μεταξωτές κλωστές από τα βρεμένα ζεστά κουκούλια χρησιμοποιώντας ένα κλαδάκι από θυμάρι και στη συνέχεια να περνά την κλωστή από ένα ελασματοειδή μηχανισμό και να τις ενώνει πολλές μαζί σε ένα νήμα που περνούσε από τη σβία, κι αυτό απαραίτητο εξάρτημα με τρεις κυλίνδρους, που εφάπτονταν για να καταλύξει μετά στην ανέμη που επιδέξια γύριζε η ίδια η θειά Διασυνιώ με το άλλο το ελεύθερο της χέρι.


Τέτοιες μικρομονάδες παραγωγής μεταξιού υπήρχαν εκατοντάδες σε όλα τα χωριά και την πόλη της Κω, τουλάζιστον μέχρι την δεκαετία του πενήντα. Η κυρία Πόπη Παπαχρήστου μου ανέφερε ότι και ο πατέρας της ο γιατρός Χατζηθεμιστοκλής διατηρούσε μια τέτοια μονάδα σε σπίτι που ενοικίαζε επί τούτου.

Με το πέρασμα των χρόνων σιγά-σιγά η μεταξοκαλλιέργεια στην Κω εγκαταλείφτηκε οριστικά. Aπo τότε που άρχισε τον 4ο αιώνα π.Χ ως τον 20ο αιώνα μ.Χ, πέρασαν εισκοσιτέσσερεις ολόκληροι αιώνες και μένει μόνο η ιστορία για να μας τη θυμίζει.


Θεοδόσης Ν. Διακογιάννης

Κ Ω Σ


[1] Η λέξη «νεκύδαλος» αναφέρεται για μια μόνο φορά σε όλο το έργο του Αριστοτέλη αλλά και στην αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας. Δημιουργήθηκε για να δηλώσει την νεκρή από φωτιά χρυσαλίδα του μεταξοσκώληκα που είναι κλεισμένος μέσα στο κουκούλι του μεταξιού. Νέκυς= νεκρός, δαλός= δαυλός= φωτιά. [2] A.Neppi Modona, L’Isola du Coo nell’ antichita classica, σελ.175. [3] Προφορική αφήγηση της κυρίας Περσεφόνης Κουτσουράδη. [4] Θεοδοσίου Διακογιάννη, «Τέσσερις επιγραφές που βρέθηκαν στο Ασκληπιείο της Κω», Ανάτυπο από τα «Κωακά» τόμος Ε΄. [5] Χ.Ι. Παπαχριστοδούλου, «Ιστορία της Ρόδου», σελ. 97, 102, 103, έκδοση Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου. [6] A.Neppi Modona, L’Isola du Coo nell’ antichita classica, σελ. 172. [7] Susan M. Sherwin-Whait, Ancient Cos, σελ. 238. [8] Ιάκώβου Ζαρράφτη, «Αρχαία τοποθεσία της Κω» σελ. 98 «αντί δε επισοβατίσματος επέστρωνον εσωτερικά τα τοιχώματα δια ποικίλων λεπτοκομένων πολυχρώων μαρμάρων μετ’ άλλων υελολίθων και πυριτολίθων λεπτεπιλέπτων κ.λ.π.) [9] A.Neppi Modona, L’Isola du Coo nell’ antichita classica, σελ. 176. [10] Προκόπιος, τομ.5 σελ.226. [11]Ιακώβου Ζαρράφτου, Α΄τεύχος των Κωίων ήτοι της Γεωγραφίας της Κω σελ.84) τυποις «Η Μεροπίς» Ν.Ι.Νικολαΐδου 1921.) [12] Ζαχαρία Τσιρπανλή Ο «Κανουναμές» (Kanun Name) της Ρόδου και της Κω, Ανάτυπο από τον ΙΒ΄ τόμο της «Δωδώνης» Επιστημονικής Επετηρίδας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. 1983). [13] Βασίλη Σ. Χατζηβασιλείου, Ιστορία της Νήσου Κω, Αρχαία, Μεσαιωνική, Νεότερη, Έκδοση Δήμου Κω 1990. σελ.399.)

44 views0 comments

Join My Mailing List