top of page

MARIO SEGRE

  • Kostas Kogiopoulos
  • Feb 23
  • 10 min read

Ο Mario Segre (1904-1944) θεωρείται από τους σημαντικότερους Ιταλούς αρχαιολόγους-επιγραφολόγους. Γεννήθηκε[1] στο Τορίνο στις 16 Οκτωβρίου 1904 από τους Giuseppe και Ida Luzzati. Αδέλφια του ήταν οι Vittorio, Umberto και Elena. Παππούς του ήταν ο Ippolito, καθηγητής Πανεπιστημίου και βουλευτής. Ο πατέρας τού Mario, Giuseppe, ήταν πτυχιούχος νομικής.

Ο Mario φοίτησε στο Λύκειο Chiabrera της Savona. Στη συνέχεια, οι Segre μετακόμισαν στη Genova και ο Mario εγγράφηκε στο Λύκειο-Γυμνάσιο Andrea D’Oria. Μετά την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών, στην πρωτεύουσα της Λιγουρίας, εγγράφηκε στο Πανεπιστήμιο και, υπό την καθοδήγησή του, αποφοίτησε από το Τμήμα Φιλολογίας το Νοέμβριο του 1926. Η πτυχιακή του διατριβή είχε τον τίτλο Pausania come fonte storica («Ο Παυσανίας ως ιστορική πηγή»), η οποία κρίθηκε από την εξεταστική επιτροπή «άξια δημοσίευσης».

 

ΜΙΑ ΛΑΜΠΡΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΡΙΕΡΑ

Κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 1925-26, ο Segre, που δεν είχε ακόμη αποφοιτήσει, είχε την ευκαιρία να αποκτήσει την πρώτη του εργασιακή εμπειρία ως αναπληρωτής καθηγητής λατινικών και ελληνικών στο Λύκειο-Γυμνάσιο Andrea D’Oria της Genova. Με το τέλος του σχολικού έτους, ανέλαβε για δύο χρόνια τη θέση του αναπληρωτή σε ένα άλλο μεγάλο γυμνάσιο της Genova, το Cristoforo Colombo, για να διοριστεί στη συνέχεια, μετά από κανονικό διαγωνισμό, έκτακτος καθηγητής κλασικών γραμμάτων στο Λύκειο-Γυμνάσιο Dante Alighieri του Bressanone. Την επόμενη χρονιά, όμως, και συγκεκριμένα στις 2/8/1929, έφτασε η είδηση της μετάθεσής του στην Alba, όπου παρέμεινε μέχρι τα τέλη του 1931.

Τα ίδια χρόνια που άρχισε να κάνει τα πρώτα του βήματα ως καθηγητής σε ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ξεκίνησε και εδραίωσε τη συνεργασία του με ορισμένα επιστημονικά περιοδικά. Πρώτα απ’ όλα με το “Historia”, τριμηνιαίο περιοδικό ιστορικών μελετών για την κλασική αρχαιότητα, που ιδρύθηκε από τον Arnaldo Mussolini και εκδιδόταν από το “Il Popolo d’Italia”, για το οποίο, μέχρι το 1930, έτος που σηματοδότησε για τον ίδιο μια πραγματική επαγγελματική στροφή, δημοσίευσε ορισμένα επιστημονικά άρθρα, διάφορα αποσπάσματα από περιοδικά και ορισμένες κριτικές.

Επιπλέον, το 1929 άρχισε να συνεργάζεται και με το περιοδικό “Athenaeum”, που ιδρύθηκε το 1913 από τον Carlo Pascal και από το 1927 διευθυνόταν από τον Plinio Fraccaro. Tο ίδιο έτος αποφάσισε να υποβάλει αίτηση για υποτροφία στην Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή των Αθηνών και των Ιταλικών Αποστολών στην Ανατολή (Scuola Archeologica Italiana di Atene e delle Missioni Italiane in Oriente), διευθυντής της οποίας ήταν ο Alessandro Della Seta[2].

Το 1930 έλαβε την υποτροφία και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Η παραμονή του στην Ελλάδα αποτέλεσε για τον Segre την ευκαιρία να επωφεληθεί από μια εκπαιδευτική μαθητεία σημαντικής σημασίας, που είχε ως αποτέλεσμα την οριστική προσέγγισή του στην επιγραφική, επιτρέποντάς του να γράψει την πρώτη του επιγραφική μελέτη για δύο επιγραφές της ρωμαϊκής εποχής, που βρίσκονταν εντός του περιβόλου του Ασκληπιείου της Αθήνας.

Τον Ιούλιο του 1931, η γραμματεία του Ιστορικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Ρόδου-FERT, ανακοίνωσε στον Segre ότι είχε κερδίσει μια υποτροφία εξειδίκευσης στην Επιγραφική για περίοδο έξι μηνών. Στην πρωτεύουσα της Ιταλικής Κτήσης στα Δωδεκάνησα και σε πολλά άλλα νησιά της Κτήσης, ο Segre είχε την ευκαιρία να τελειοποιήσει περαιτέρω την εκπαίδευσή του και να πραγματοποιήσει νέες και σημαντικές επιγραφικές μελέτες.

Επιπλέον, μεταξύ 1931 και 1935, συνέχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό “Historia”, του οποίου τη διεύθυνση, μετά το θάνατο του ιδρυτή του, Arnaldo Mussolini, ανέλαβαν ο Ettore Pais και η Carolina Lanzani. Στο περιοδικό του Μιλάνου έστελνε άρθρα και μερικές ανασκοπήσεις ελληνικής επιγραφικής. Το 1930 άρχισε να γράφει κριτικές και μερικές επιγραφικές σημειώσεις για το “Mondo Classico”, το περιοδικό που διηύθυνε ο Angelo Taccone, καθηγητής Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο. Το 1932 δημοσίευσε επίσης το πρώτο του άρθρο στο περιοδικό “Rivista di Filologia e di Istruzione Classica” του De Sanctis. Η συνεργασία αυτή ήταν προφανώς αποτέλεσμα των καλών σχέσεων που διατηρούσε με τον Gaetano De Sanctis και της εκτίμησης που ο τελευταίος έτρεφε για τον Segre. Η πρώτη επαφή με τον De Sanctis, ίσως με τη μεσολάβηση του Della Seta, επιβεβαιώνεται σε μια επιστολή του Segre ήδη το 1930, όταν ο νεαρός επιγραφολόγος σταμάτησε στη Ρώμη για να συζητήσει με τον δάσκαλο της Ιταλικής Αρχαιολογίας, ορισμένα ερμηνευτικά προβλήματα. Το 1933, μετά από μερικά χρόνια παύσης, ξεκίνησε να στέλνει και πάλι άρθρα στο περιοδικό “Athenaeum”. Το 1934 δημοσίευσε ένα άρθρο για την ιστορία των Ετρούσκων στο “Studi Etruschi” και ένα άρθρο του για την πόλη της Ασπένδου, δημοσιεύθηκε στο “Aegyptus”.

Στις 30 Ιουλίου 1933, μετά την έναρξη ισχύος της υποχρεωτικής κατοχής κάρτας μέλους του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος για τη συμμετοχή σε δημόσιους διαγωνισμούς, ο Mario Segre ζήτησε και έλαβε την εγγραφή του. Τον επόμενο Σεπτέμβριο διορίστηκε καθηγητής Λατινικών και Ελληνικών στο περίφημο Λύκειο-Γυμνάσιο Giosuè Carducci του Μιλάνου, όπου βρέθηκε να διδάσκει στο ίδιο τμήμα – τμήμα C – με τον Mario Bendiscioli[3], καθηγητή Φιλοσοφίας και Ιστορίας, άνθρωπο σίγουρα με μη φασιστικά συναισθήματα. Οι δύο άνδρες θα αναπτύξουν μια ειλικρινή φιλία.

Στις 2 Ιουνίου 1934 έλαβε την πολυαναμενόμενη είδηση ότι θα είχε και πάλι τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει μια επιπλέον εξάμηνη περίοδο σπουδών, με υποτροφία στο FERT της Ρόδου. Αυτή η νέα αναγνώριση πρέπει να σήμαινε πολλά για τον Segre, ο οποίος είχε πλέον φτάσει στην ηλικία των τριάντα ετών και είχε καθιερωθεί ως ένας πολλά υποσχόμενος μελετητής της ελληνικής επιγραφικής και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης.

Η διεθνής σημασία των ερευνών του αποδεικνύεται από το ενδιαφέρον που άρχισαν να του δείχνουν ορισμένοι σημαντικοί ξένοι μελετητές, όπως για παράδειγμα, ο Γερμανός Friedrich Hiller von Gaertringen[4], ειδικός στην ελληνική επιγραφική, ο οποίος τον Μάιο του 1934, γράφοντας στον Ιταλό συνάδελφό του De Sanctis, αναφερόμενος στον Segre, έγραψε ότι ο ερευνητής τού φαινόταν «ένα από τα καλύτερα κριτικά μυαλά» και ότι τον εμπιστευόταν πολύ.

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1934 επέστρεψε στην Ιταλία, επειδή στις 10 του μήνα επρόκειτο να εξεταστεί για την απόκτηση του τίτλου τού λέκτορα. Η εξέταση είχε θετικό αποτέλεσμα και ο Segre απέκτησε τον τίτλο του λέκτορα στην Επιγραφική και τις Ελληνικές Αρχαιότητες. Το διάταγμα διορισμού του, που υπογράφηκε από τον υπουργό Εθνικής Παιδείας, Cesare Maria de Vecchi, έφτασε στις 31/Μαΐου/1935. Την ίδια μέρα ο Segre υπέβαλε επίσημη αίτηση στον πρύτανη του Πανεπιστημίου του Μιλάνου για να εγγραφεί ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο. Αφού επαλήθευσε την εγγραφή του στο Εθνικό Φασιστικό Κόμμα[5], ο πρύτανης προχώρησε στην ανάθεση της θέσης. Για το Πανεπιστήμιο του Μιλάνου αυτό σήμαινε την πρόσληψη, για πρώτη φορά, ενός πραγματικού επιγραφολόγου. Πράγματι, ο Segre, που είχε σπουδάσει στη σχολή των Alessandro Della Seta και Gaetano De Sanctis[6], έδωσε μια εντελώς νέα οπτική στη σημασία των επιγραφών για την ιστορία.

Το πρώτο ακαδημαϊκό μάθημα που έδωσε ο Segre χωρίστηκε σε δύο μέρη: το πρώτο ήταν αφιερωμένο στις «Δημόσιες αρχαιότητες: η οικονομική οργάνωση της αθηναϊκής Αυτοκρατορίας και ειδικά ο νόμος για την ενοποίηση του νομισματικού συστήματος» και το δεύτερο στις «Θρησκευτικές αρχαιότητες: η διαχείριση από το Ιερατείο». Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τον Μάιο/1936 έδωσε ένα μάθημα για ένα αδημοσίευτο απόσπασμα από το νησί της Κω σχετικά με τη λατρεία του βασιλιά Ευμένη της Περγάμου, το οποίο ο ίδιος είχε ανακαλύψει λίγο καιρό πριν.

Από το 1931 ο Mario Segre θα βρεθεί στα Δωδεκάνησα, όπου θα ασχοληθεί με την αρχαιολογική, επιγραφική έρευνα για 9 χρόνια. Σκοπός ήταν να εκδοθούν σε τεύχη όλες οι επιγραφές από τα νησιά της Δωδεκανήσου. Καρπός αυτής της επίπονης εργασίας του είναι το Corpus των επιγραφών της Ρόδου, από το οποίο θα μπορέσει να αποπερατώσει το τμήμα της μελέτης του με τίτλο “Tituli Camirenses” (=Επιγραφές της Καμίρου), που εκδόθηκαν αργότερα. Με το επιγραφικό του έργο κέρδισε την εκτίμηση και την αναγνώριση μερικών από τους πιο διακεκριμένους αρχαιολόγους της εποχής του, όπως ο Gaetano De Sanctis, Arnaldo Momigliano[7].

Το 1936 ξεκίνησε συνεργασία με το “Regio Istituto di Storia e Archeologia dell’Arte” της Ρώμης. Εκτός από τα λατινικά και αρχαία Ελληνικά μιλούσε επίσης, γαλλικά, γερμανικά, αγγλικά και νέα ελληνικά.

Έκανε έρευνες σε όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου. Στο νησί της Καλύμνου κατέγραψε τις αρχαίες επιγραφές του νησιού, που εκδόθηκαν στο “Memorie pubblicate a cura dell’Istituto Storico-Archeologico F.E.R.T.”, με τίτλο “Tituli Calymnii” (=Επιγραφές της Καλύμνου).

Την ίδια περίοδο θα ασχοληθεί και με τις επιγραφές πολλών αρχαίων ελληνικών πόλεων, που είχαν ανθίσει στις Μικρασιατικές ακτές. Για το σκοπό αυτό έκανε συχνές επισκέψεις στις πόλεις αυτές. Επιπλέον τον απασχόλησαν και οι ελληνιστικές επιγραφές που βρίσκονταν στην Αγγλία, στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αλεξάνδρειας και της Κωνσταντινούπολης.

Ο Mario Segre ασχολήθηκε και με τις επιγραφές της Κω. Μετά το Σεισμό του 1933 και τις νέες αρχαιολογικές ανακαλύψεις, ήρθε στο νησί, όπου εργάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα πάνω στις αρχαίες επιγραφές.

Μπόρεσε να συλλέξει και να μελετήσει, υποβάλλοντάς τες σε προσεκτική επανεξέταση, τις επιγραφές που δεν είχαν εκδοθεί και τις οποίες είχαν αποθέσει για φύλαξη μέσα στο Κάστρο της Νεραντζιάς, ο Amedeo Maiuri και ο Luciano Laurenzi. Μαζί με τις επιγραφές αυτές συμπεριέλαβε κι εκείνες που είχε ανακαλύψει ο Rudolf Herzog κατά τις ανασκαφές του Ασκληπιείου τα χρόνια 1903-1907.

Τακτοποίησε το σύνολο των επιγραφών αυτών και φρόντισε να εκτεθούν σε μια στοά που κατασκευάσθηκε για το σκοπό αυτό, μπροστά από το κτήριο που χρησιμοποιούνταν παλιά ως φυλακές, μέσα στο Κάστρο της Νεραντζιάς, δίπλα ακριβώς από το σπίτι της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στο Κάστρο.

Στις αρχές του 1936, ο Segre είχε την ευκαιρία να αναλάβει επικεφαλής ενός σημαντικού επιστημονικού προγράμματος στη Δωδεκάνησο. Η πρωτοβουλία αυτή είχε σίγουρα γεννηθεί κατά τη διάρκεια της μακράς περιόδου που πέρασε στη Ρόδο, στο Ινστιτούτο Fert, υπό την αιγίδα του κυβερνήτη Mario Lago. Πρόκειται για τη σύνταξη του συνόλου του corpus επιγραφών των Δωδεκανήσων. Η πρόταση υποβλήθηκε επίσημα από τον Κυβερνήτη στον υπουργό Εθνικής Παιδείας, De Vecchi, το δεύτερο μισό του Απριλίου. Ο ίδιος ο Lago έγραψε στον Segre στα μέσα Ιουνίου, ενώ βρισκόταν στη Ρώμη, ανακοινώνοντάς του την απόφαση του Υπουργού να του αναθέσει ένα «έργο», στο οποίο κανείς δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει καλύτερα από αυτόν. «Θα είναι για εσάς μια μεγάλη προσπάθεια», έγραψε ο Lago, «αλλά και μια μεγάλη ικανοποίηση».

Έτσι, με το τέλος του σχολικού έτους 1935-1936, ο Segre εντάχθηκε στο Ινστιτούτο Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης της Ρώμης και άρχισε να πραγματοποιεί εκτεταμένες ερευνητικές εκστρατείες στη Δωδεκάνησο.

Στα τέλη Αυγούστου 1938, ο Mario Segre ανέλαβε την αποστολή να «εκπροσωπήσει την ιταλική κυβέρνηση της Ρόδου» στο πρώτο Διεθνές Συνέδριο Επιγραφικής, που πραγματοποιήθηκε στο Άμστερνταμ από τις 31/Αυγούστου έως τις 4/Σεπτεμβρίου. Εκεί συνάντησε τον Rudolf Herzog, ο οποίος του ανέφερε ότι γρήγορα θα εξέδιδε το υπόλοιπο υλικό που κατέγραψε στην Κω.

Σχετικά με τη συμμετοχή του Segre στο Συνέδριο, ο Marcus Tod[8], καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης έγραψε: […]Τον γνώρισα προσωπικά στο Διεθνές Συνέδριο, που πραγματοποιήθηκε στο Άμστερνταμ στις αρχές Σεπτεμβρίου και τον βρήκα προσωπικά ελκυστικό και εξαιρετικά μετριοπαθή. Θαύμασα πολύ την φαινομενική ηρεμία με την οποία δέχτηκε το πρόσφατο πλήγμα, που είχε υποστεί (εννοεί τους φυλετικούς νόμους που επέβαλε τον Ιούλιο/1938 η φασιστική κυβέρνηση της Ιταλίας) και σκέφτηκα ότι η ομιλία που έδωσε στο Συνέδριο σχετικά με το Corpus χαρακτηριζόταν, όχι μόνο από πραγματική κατανόηση και ακαδημαϊκή ικανότητα, αλλά και από έναν έλεγχο, που ήταν, το λιγότερο, ηρωικός. Δεν υπήρχε ούτε μία λέξη σε όλο το κείμενο, που να αναφέρεται στην ατυχία που τον είχε πλήξει. Είναι πραγματικά ένας εξαιρετικός μελετητής, ένας αληθινός ιστορικός και ένας επιγραφολόγος πρώτης τάξεως […].

Το 1938, μετά την ψήφιση του φασιστικού νόμου «Περί Φυλετικών Διακρίσεων», απολύθηκε από τη θέση του. Ο M. Segre, σε αντίθεση με τον μικρότερο αδελφό του, Umberto Segre, φιλόλογο, δημοσιογράφο και ένθερμο αντιφασίστα, ήταν εντελώς αποστασιοποιημένος από τα πολιτικά γεγονότα του Καθεστώτος και ποτέ δεν πήρε συγκεκριμένη θέση.

Τον Φεβρουάριο του 1939 επέστρεψε στη Ρόδο, όπου αναγκάστηκε να υπογράψει τη δήλωση ότι ανήκε στην εβραϊκή φυλή, και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την έρευνα και τις ανασκαφές του. Το 1940 άφησε τα νησιά που εργάσθηκε και τόσο αγαπούσε[9].

 

Η ΑΓΩΝΙΑ ΓΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗ

Προσπάθησε να ζητήσει εργασία και ήρθε σε επαφή με την Society for the Protection of Science and Learning στην Αγγλία, η οποία ασχολούνταν με την παροχή υποτροφιών σε ερευνητές, που υφίσταντο διακρίσεις για πολιτικούς, θρησκευτικούς ή φυλετικούς λόγους. Επίσης το ίδιο έκανε και με το Institute of International Education και με την Emergency Committee in Aid of Displaced Foreign Scholars, που ιδρύθηκε, όπως και το αγγλικό αντίστοιχο, στην Αμερική, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η μοίρα του πια ήταν προδιαγεγραμμένη. Προσπάθησε να ζητήσει βοήθεια για να μην χαθεί το έργο του στα Δωδεκάνησα και πρότεινε στον φίλο του φιλόλογο-αρχαιολόγο Giovanni Pugliese Carratelli[10] να συνεργαστούν για να εκδοθεί το Corpus, όμως δεν τα κατάφερε.

Γύρισε στη Ρώμη· εκεί παντρεύτηκε τη Noemi Cingoli και απέκτησαν ένα γιο, τον Marco. Κέρδιζε τα προς το ζην κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα, συνεχίζοντας την εργασία του ως επιγραφολόγος και επιβλέποντας τη σύνταξη ορισμένων λημμάτων για την Enciclopedia Minore, που επιμελήθηκε ο Giovanni Gentile, υπογράφοντας με το όνομα της φίλης του αρχαιολόγου Luisa Banti[11], διότι του απαγόρευαν να υπογράφει τις εργασίες του, επειδή ήταν εβραίος.

 



ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΕΝΟΣ ΛΑΜΠΡΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ

Το 1943, όταν ξεκίνησαν οι συλλήψεις των Εβραίων στην Ιταλία, ο Mario Segre με τη γυναίκα του και το μικρό τους αγόρι κατέφυγαν στο Σουηδικό Ινστιτούτο Κλασικών Σπουδών, όπου ο διευθυντής του Ινστιτούτου, Erik Sjöqvist, με κίνδυνο της ζωής του, έκρυψε την οικογένεια του φίλου του για να γλυτώσουν.

Τον Απρίλιο του 1944 όμως, έπεσε σε ενέδρα της φασιστικής αστυνομίας. Το πρωί της 5ης Απριλίου 1944, μετά από μία πληροφορία, δύο αστυνόμοι τους σταμάτησαν έξω από το Ινστιτούτο, με τον Filippo Magi, βοηθό Κλασικής Αρχαιολογίας στη Γενική Διεύθυνση των Μουσείων του Βατικανού.

Μαζί με την οικογένειά του μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο εξόντωσης του Άουσβιτς, όπου θανατώθηκαν στους θαλάμους αερίων, το ίδιο το βράδυ που έφθασαν.

 Ο Mario Segre ήταν 39 ετών, η σύζυγός του, Noemi ήταν 30 και ο γιος τους, Marco, μόλις 2 ετών.

Μετά το τέλος του πολέμου ο Doro Levi βρήκε τα έγγραφα του M. Segre σε μια βαλίτσα που άφησε ο ίδιος, όταν απελάθηκε στο Άουσβιτς. Το υλικό φυλασσόταν στο Σουηδικό Ινστιτούτο της Ρώμης, εκεί όπου είχε καταφύγει η οικογένεια Segre.

Μετά θάνατο, το 1994, εκδόθηκαν από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας (Scuola Archeologica Italiana di Atene e delle Missioni Italiane in Oriente), τα βιβλία Tituli Calymnii και Tituli Camirenses (1952) και το ανέκδοτο χειρόγραφό του, Iscrizioni di Cos (=Επιγραφές της Κω), με πρωτοβουλία των Antonino Di Vita[12] και Giovanni Pugliese-Carratelli. Ο Segre είναι γνωστός στους κλασικιστές ως μεγάλος επιγραφολόγος, σε τέτοιο βαθμό που οι συλλογές επιγραφών των νησιών του Αιγαίου, που εκδόθηκαν μετά θάνατον, εξακολουθούν να αποτελούν σημείο αναφοράς για τους ειδικούς του κλάδου.


Η ναζιστική παράνοια μπόρεσε να θανατώσει αθώους ανθρώπους, αλλά δεν μπόρεσε να εξαφανίσει το έργο αυτού του λαμπρού επιστήμονα.

Το 1997 τοποθετήθηκαν μπροστά από το Σουηδικό Ινστιτούτο στη Ρώμη, από το Γερμανό καλλιτέχνη Gunter Demnig, τρεις ορειχάλκινες πλάκες, που ονομάζονται «πέτρες Stolpersteine», στη μνήμη των Mario Segre, Noemi Cingoli και Marco Segre.

 



ΑΝΑΦΟΡΕΣ

[1]Studiosi Italiani di fronte alle leggi razziali (1938-1945): storici dell’antichità e giuristi. https://sites.unimi.it/antichisti_1938/database/mario-segre/

[2] Alessandro Della Seta (1879-1944). Ιταλοεβραίος αρχαιολόγος, καθηγητής, διευθυντής της Βασιλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών.

[3] Mario Bendiscioli (1903-1998). Μελετητής, φιλόσοφος, ιστορικός του Χριστιανισμού και γερμανιστής. Όντας αντιφασίστας, υπέστη διωγμούς από το καθεστώς. Υπήρξε καθηγητής Ιστορίας του Χριστιανισμού στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου (1939-1952) και τακτικός καθηγητής Μεσαιωνικής, Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Εκπαίδευσης στο Σαλέρνο (1952-1959). Δραστηριοποιήθηκε επίσης έντονα ως δημοσιογράφος σε καθολικά θρησκευτικά έντυπα.

[4] Friedrich Freiherr Hiller von Gaertringen (1864- 1947) Γερμανός καθηγητής επιγραφολόγος. Έκανε ανασκαφές στην Ελλάδα. Ασχολήθηκε με το Inscriptiones Graecae, έκδοση του συνόλου των ελληνικών επιγραφών.

[5] Η εγγραφή στο Εθνικό Φασιστικό Κόμμα (P.N.F.), ήταν προϋπόθεση για να μπορεί κάποιος  να εργαστεί στο δημόσιο.

[6] Ο Gaetano De Sanctis (15/10/1870-9/4/1957) ήταν Ιταλός καθηγητής. Θεωρείται ο καλύτερος ιστορικός της αρχαιότητας, κλασικιστής και ισόβιος γερουσιαστής (1950-1957). Το 1931, ήταν ένας από τους δώδεκα μόνο καθηγητές που αρνήθηκαν να ορκιστούν όρκο πίστης στο φασιστικό καθεστώς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περιοριστεί σημαντικά η επαγγελματική του εξέλιξη μέχρι και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

[7] Arnaldo Dante Momigliano (1908-1987). Ιταλοεβραίος καθηγητής Ιστορίας. Με τις διώξεις των εβραίων στην Ιταλία έφυγε και δίδαξε στα αγγλικά Πανεπιστήμια Οξφόρδης και Μπρίστολ και στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, όπου ονομάστηκε Καθηγητής Ανθρωπιστικών Επιστημών. 

[8] Marcus Niebuhr Tod (1878-1974). Βρετανός ιστορικός και επιγραφολόγος. Διετέλεσε μέλος του Κολλεγίου Όριελ της Οξφόρδης από το 1903 έως το 1947 και λέκτορας ελληνικής επιγραφικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης από το 1927 έως το 1947.

[9] Bianchi E. (επιμέλεια), Antichisti ebrei a Rodi e nel Dodecaneso italiano, Editoriale Scientifica 2003.

[10] Ο Giovanni Pugliese Carratelli (1911-2010) Ήταν Ιταλός καθηγητής, ιστορικός και ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της αρχαιότητας. Αντιφασίστας, εξορίστηκε από το καθεστώς. Εργάσθηκε και στη Ρόδο και Κω. Φίλος του νεαρού επιγραφολόγου Mario Segre, δημοσίευσε τα γραπτά του μετά το θάνατό του.

[11] Ιταλίδα λέκτορας, αρχαιολόγος και συγγραφέας (1894-1978).

[12] Antonino Di Vita (1926-2011 ). Ήταν Ιταλός αρχαιολόγος, τακτικός καθηγητής αρχαιολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή, στα πανεπιστήμια του Palermo, της Perugia και τέλος της Macerata, του οποίου ήταν και κοσμήτορας και αργότερα έγινε πρύτανης, από το 1974 έως το 1977. Υπήρξε διευθυντής της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών από το 1977 έως το 2000.

Comments


Join My Mailing List

Thanks for submitting!

bottom of page